Νέο πονοκέφαλο για χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις δημιουργούν οι τεράστιες αποκλίσεις στα δημοτικά τέλη καθαριότητας και φωτισμού, οι οποίες σε ορισμένες περιοχές της Αττικής φτάνουν ακόμη και στο εξαπλάσιο. Νέα έρευνα του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθήνας αποκαλύπτει ότι δύο επιχειρήσεις με παρόμοια δραστηριότητα και αντίστοιχες εγκαταστάσεις μπορεί να πληρώνουν εντελώς διαφορετικά ποσά, αποκλειστικά λόγω του δήμου στον οποίο λειτουργούν. Σε μια περίοδο κατά την οποία το ενεργειακό κόστος, οι μισθοί και οι πρώτες ύλες πιέζουν την παραγωγή, τα δημοτικά τέλη εξελίσσονται σε έναν ακόμη παράγοντα που επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα.
Έξι φορές ακριβότερα δημοτικά τέλη για την ίδια δραστηριότητα
Η μελέτη εξετάζει τους συντελεστές του 2026 σε 47 δήμους της Αττικής και 62 διαφορετικές μονάδες τιμολόγησης. Οι διαφορές είναι εντυπωσιακές: στον Ζωγράφου ο συντελεστής για τις βιοτεχνίες φτάνει τα 11 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ στον Ασπρόπυργο περιορίζεται στα 1,82 ευρώ. Στο Χαλάνδρι καταγράφονται χρεώσεις 9,54 ευρώ και στην Πεντέλη 8,32 ευρώ, όταν στη Σαρωνίδα ο συντελεστής διαμορφώνεται στα 1,74 ευρώ. Τα στοιχεία αναδεικνύουν ένα σύστημα στο οποίο η γεωγραφική θέση μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικότερη από τα πραγματικά χαρακτηριστικά μιας παραγωγικής δραστηριότητας.
Από 558 ευρώ έως 36.000 ευρώ τον χρόνο
Η οικονομική επιβάρυνση γίνεται ιδιαίτερα αισθητή όταν οι συντελεστές μετατρέπονται σε πραγματικά ποσά. Για μια μικρή βιοτεχνία 300 τετραγωνικών μέτρων, τα ετήσια τέλη μπορεί να ξεκινούν από 558 ευρώ στον Ασπρόπυργο και να φτάνουν τα 3.300 ευρώ στον Ζωγράφου. Για εγκαταστάσεις 1.000 τετραγωνικών μέτρων, η επιβάρυνση κυμαίνεται από 1.860 έως 12.000 ευρώ, ενώ σε μεγαλύτερους χώρους 3.000 τετραγωνικών μέτρων μπορεί να αγγίξει τις 36.000 ευρώ. Πρόκειται για ενδεικτικούς υπολογισμούς της έρευνας, χωρίς άλλους δημοτικούς φόρους ή ειδικές απαλλαγές, που δείχνουν πόσο διαφορετικό μπορεί να είναι το ετήσιο λειτουργικό κόστος.
Το κρυφό κόστος που περιορίζει την ανταγωνιστικότητα
Για μια μικρή παραγωγική μονάδα, ακόμη και μερικές χιλιάδες ευρώ επιπλέον ετησίως μπορούν να επηρεάσουν αποφασιστικά την κερδοφορία. Οι επιχειρήσεις καλούνται ήδη να αντιμετωπίσουν αυξημένες δαπάνες για ενέργεια, μεταφορές, εξοπλισμό και προσωπικό. Όταν σε αυτές προστίθενται υψηλές σταθερές δημοτικές επιβαρύνσεις, περιορίζονται τα διαθέσιμα κεφάλαια για επενδύσεις και εκσυγχρονισμό. Το πρόβλημα συνδέεται και με τη γενικότερη προσπάθεια ενίσχυσης της ελληνικής παραγωγής, καθώς η πρόσβαση στη χρηματοδότηση δεν αρκεί όταν το λειτουργικό περιβάλλον παραμένει ακριβό. Χαρακτηριστική είναι η συζήτηση για τα χρηματοδοτικά εργαλεία της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας.
Μεγάλες διαφορές ακόμη και μέσα στην Αττική
Η έρευνα καταγράφει σημαντικές διαφοροποιήσεις όχι μόνο ανάμεσα σε μεμονωμένους δήμους, αλλά και μεταξύ ευρύτερων περιοχών. Η Δυτική Αττική εμφανίζει μέσο συντελεστή 3,36 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ στον Βόρειο Τομέα Αθηνών ο αντίστοιχος μέσος όρος φτάνει τα 6,35 ευρώ. Παράλληλα, οι συντελεστές που επιβάλλονται στις βιοτεχνίες είναι κατά μέσο όρο 224% υψηλότεροι από εκείνους των κατοικιών. Οι διαφορές δεν αποδεικνύουν αυτομάτως παράνομη χρέωση, δημιουργούν όμως εύλογα ερωτήματα για τη σχέση των τελών με τις υπηρεσίες καθαριότητας και φωτισμού που πράγματι παρέχονται.
Τι ζητά το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο
Το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας προτείνει αλλαγές στον τρόπο καθορισμού των δημοτικών τελών, με μεγαλύτερη διαφάνεια και σαφέστερη σύνδεση των χρεώσεων με το πραγματικό κόστος των παρεχόμενων υπηρεσιών. Στις προτάσεις περιλαμβάνονται η θέσπιση ανώτατου ετήσιου ορίου αυξήσεων, η υποχρεωτική αιτιολόγηση των επιβαρύνσεων και η δημοσιοποίηση αναλυτικών οικονομικών στοιχείων από τους δήμους. Εξετάζεται επίσης η πιλοτική εφαρμογή του συστήματος «Πληρώνω Όσο Πετάω», ώστε οι χρεώσεις να συνδέονται περισσότερο με την πραγματική παραγωγή απορριμμάτων και λιγότερο αποκλειστικά με την επιφάνεια των εγκαταστάσεων.
Το δίλημμα για δήμους και επιχειρήσεις
Οι δήμοι χρειάζονται επαρκείς πόρους για να καλύπτουν το κόστος καθαριότητας, φωτισμού και συντήρησης των σχετικών υπηρεσιών. Από την άλλη πλευρά, οι επιχειρήσεις ζητούν ένα προβλέψιμο και δίκαιο σύστημα που δεν θα επιβαρύνει δυσανάλογα την παραγωγική δραστηριότητα. Η ισορροπία αυτή απαιτεί ουσιαστικό έλεγχο των πραγματικών δαπανών, διαφάνεια στους συντελεστές και δυνατότητα σύγκρισης μεταξύ δήμων. Χωρίς κοινές αρχές κοστολόγησης, η ίδια επιχειρηματική δραστηριότητα μπορεί να αντιμετωπίζει εντελώς διαφορετικές οικονομικές συνθήκες, με συνέπειες για τις επενδυτικές αποφάσεις και τη διατήρηση θέσεων εργασίας.
Το επόμενο στοίχημα για την οικονομική πολιτική
Η νέα έρευνα επαναφέρει στο προσκήνιο μια πλευρά του επιχειρηματικού κόστους που συχνά μένει εκτός της κεντρικής οικονομικής συζήτησης. Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας δεν εξαρτάται μόνο από τη φορολογία, τις τραπεζικές χρηματοδοτήσεις και τις επιδοτήσεις, αλλά και από τις καθημερινές υποχρεώσεις των επιχειρήσεων προς την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Το ζητούμενο δεν είναι μια οριζόντια κατάργηση των τελών, αλλά ένα σύστημα που θα διασφαλίζει επαρκή δημοτικά έσοδα χωρίς αδικαιολόγητες αποκλίσεις. Για τις ελληνικές βιοτεχνίες, η αναμόρφωση αυτού του πλαισίου θα μπορούσε να αποτελέσει ουσιαστική παρέμβαση στη μείωση του κόστους παραγωγής.

