Οι επενδυτές στις ευρωπαϊκές μετοχές καλούνται αυτή την εβδομάδα να ενσωματώσουν έναν ακόμη κρίσιμο παράγοντα στις στρατηγικές τους: τον αντίκτυπο που θα έχουν τα υψηλότερα επιτόκια.
Οι αγορές έχουν σχεδόν πλήρως προεξοφλήσει αύξηση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης από την ΕΚΤ στη συνεδρίαση της Πέμπτης, ως απάντηση στις πληθωριστικές πιέσεις που προκάλεσε ο πόλεμος με το Ιράν. Με τουλάχιστον δύο ακόμη αυξήσεις να έχουν ήδη ενσωματωθεί στις προσδοκίες έως το τέλος του έτους, οι επενδυτές καλούνται να σταθμίσουν τις άνισες επιπτώσεις της νομισματικής σύσφιγξης ανά κλάδο και να εκτιμήσουν πόσο θα διαρκέσει ο νέος κύκλος ανόδου των επιτοκίων.
Οι τράπεζες, που βρίσκονται ήδη σε τροχιά τέταρτης συνεχόμενης χρονιάς ανόδου, θεωρούνται οι προφανείς κερδισμένοι από την αύξηση των επιτοκίων. Οι ενεργειακές εταιρείες, από την άλλη πλευρά, προστατεύονται από τις ισχυρές ταμειακές ροές που δημιουργούν οι υψηλές τιμές πετρελαίου. Αντίθετα, επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και εταιρείες ακινήτων εμφανίζονται πιο ευάλωτες, καθώς συχνά αντιμετωπίζονται από τους επενδυτές ως εναλλακτικές των ομολόγων. Παράλληλα, οι μετοχές που απευθύνονται στον καταναλωτή, όπως οι εταιρείες πολυτελών ειδών, ενδέχεται να δεχθούν πιέσεις καθώς το αυξημένο κόστος δανεισμού περιορίζει τη ζήτηση.
«Η αύξηση επιτοκίων της ΕΚΤ τον Ιούνιο είναι πλήρως αναμενόμενη από την αγορά, η οποία εξακολουθεί να θέλει να πιστεύει ότι η άνοδος των τιμών του πετρελαίου και του πληθωρισμού θα αποδειχθεί προσωρινή», δήλωσε ο Ρολάν Καλογιάν, επικεφαλής στρατηγικής ευρωπαϊκών μετοχών της Societe Generale.
Οι αποτιμήσεις δημιουργούν νέο πονοκέφαλο
Η κατάσταση περιπλέκεται από το γεγονός ότι οι ευρωπαϊκές μετοχές εισέρχονται σε αυτόν τον πιθανό κύκλο αυξήσεων επιτοκίων με σημαντικά υψηλότερες αποτιμήσεις σε σχέση με πριν από τέσσερα χρόνια. Ο δείκτης Stoxx Europe 600 διαπραγματεύεται σήμερα κοντά στις 15 φορές τα αναμενόμενα κέρδη, έναντι λιγότερο από 12 φορές το 2022.
Αν και θεωρείται εξαιρετικά απίθανο τα επιτόκια να φτάσουν στα επίπεδα της προηγούμενης περιόδου σύσφιγξης, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι η επιλογή κλάδων γίνεται πλέον ακόμη πιο σημαντική. Ομάδα αναλυτών της Goldman Sachs, με επικεφαλής τον Γκιγιόμ Ζεσόν, εκτιμά ότι οι υψηλές αποτιμήσεις αφήνουν τις μετοχές εκτεθειμένες σε περίπτωση περαιτέρω ανόδου των αποδόσεων των ομολόγων.
Από την πλευρά της, η UBS Global Wealth Management προτιμά εταιρείες που επωφελούνται από μακροπρόθεσμες τάσεις πέρα από το περιβάλλον επιτοκίων, όπως η τεχνολογία και η βιομηχανία.
Καθώς οι επενδυτές προετοιμάζονται για την πρώτη αύξηση επιτοκίων από τον Σεπτέμβριο του 2023, οι βασικοί κλάδοι διαμορφώνονται ως εξής:
Τράπεζες και ασφαλιστικές
Όπως συμβαίνει συνήθως σε περιόδους υψηλού πληθωρισμού, οι ευρωπαϊκές τράπεζες προσελκύουν έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον.
«Αναμένουμε δύο αυξήσεις επιτοκίων από την ΕΚΤ στο δεύτερο εξάμηνο του έτους, επομένως θεωρούμε τον τραπεζικό κλάδο καλή επιλογή για όσους θέλουν έκθεση στην άνοδο των αποδόσεων και του πληθωρισμού», δήλωσε ο Κεβίν Τοζέ της Carmignac.
Ωστόσο, μετά από χρόνια υπεραπόδοσης, η θετική επίδραση ίσως αποδειχθεί πιο περιορισμένη σε σχέση με το 2022. Σύμφωνα με τον αναλυτή της Keefe Bruyette & Woods, Άντριου Στίμπσον, οι τράπεζες ξεκινούν αυτόν τον κύκλο από πολύ υψηλότερα επίπεδα επιτοκίων και με μεγαλύτερη αντιστάθμιση κινδύνων. Ως σχετικοί νικητές προβάλλουν οι ιρλανδικές και ολλανδικές τράπεζες, ενώ οι γαλλικές αναμένεται να επωφεληθούν λιγότερο βραχυπρόθεσμα.
Οι ασφαλιστικές εταιρείες εμφανίζονται λιγότερο ελκυστικές, καθώς ο αμυντικός τους χαρακτήρας και η σχέση τους με την αγορά ομολόγων χάνει μέρος της αξίας του σε περιβάλλον υψηλότερων αποδόσεων.
Επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και ακίνητα
Οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας έχουν αρχίσει να αποσυνδέονται από την πορεία των αποδόσεων των ομολόγων, καθώς πλέον συνδέονται περισσότερο με τις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη και τον εξηλεκτρισμό της οικονομίας.
Ωστόσο, εταιρείες όπως η Iberdrola SA και η Engie SA θα πρέπει να πείσουν τους επενδυτές ότι η φετινή υπεραπόδοσή τους έναντι του Stoxx 600 δικαιολογείται και ότι μπορούν να ανταποκριθούν στις προσδοκίες της αγοράς.
Τα κέρδη του κλάδου αναμένεται να αυξηθούν κατά 4,9% φέτος, έναντι αύξησης 12% για το σύνολο του δείκτη αναφοράς.
Πιο δύσκολη είναι η εικόνα για τον κλάδο ακινήτων. Τα κέρδη του αναμένεται να μειωθούν κατά 2,1% το 2026, καθιστώντας τον τον μοναδικό κλάδο με προβλεπόμενη υποχώρηση κερδοφορίας. Η υψηλή ευαισθησία στα επιτόκια τον καθιστά πιθανό ουραγό όσο συνεχίζεται η σύσφιγξη της νομισματικής πολιτικής.
Χημικά και αυτοκινητοβιομηχανίες
Ο κλάδος των χημικών έχει βρεθεί υπό πίεση εξαιτίας της αδύναμης ζήτησης, του αυξημένου κόστους και της παγκόσμιας υπερπροσφοράς.
Ο αναλυτής της Berenberg, Σεμπάστιαν Μπρέι, εκτιμά ότι τα υψηλότερα επιτόκια στην Ευρώπη ενδέχεται να λειτουργήσουν ανασταλτικά για την αύξηση των όγκων πωλήσεων, παρά τη στήριξη που προσφέρουν οι αυξημένες τιμές πρώτων υλών λόγω του πολέμου.
Οι αυτοκινητοβιομηχανίες αποτελούν τον χειρότερο κλάδο του Stoxx 600 φέτος. Σύμφωνα με τη Moody’s, τα υψηλότερα επιτόκια αυξάνουν το κόστος χρηματοδότησης για τους καταναλωτές, περιορίζοντας την αγοραστική δυνατότητα και τη ζήτηση για νέα οχήματα.
Πολυτελή αγαθά
Οι αυξήσεις επιτοκίων της ΕΚΤ δεν αποτελούν ευχάριστη εξέλιξη για τις εταιρείες πολυτελών ειδών.
«Οτιδήποτε επηρεάζει αρνητικά την ανάπτυξη και τις αγορές δεν είναι καλό για τον κλάδο της πολυτέλειας», δήλωσε η αναλύτρια της Morningstar, Γελένα Σοκόλοβα.
Η Kering SA, ιδιοκτήτρια της Gucci, θεωρείται ιδιαίτερα ευάλωτη λόγω του υψηλότερου δανεισμού της.
Παράλληλα, μια πιο επιθετική στάση της Federal Reserve ίσως αποδειχθεί ακόμη πιο σημαντικός παράγοντας, καθώς θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τις αμερικανικές αγορές και κατ’ επέκταση τη διάθεση των καταναλωτών να αγοράζουν είδη πολυτελείας. Η LVMH και η Kering αντλούν μεγάλο μέρος των εσόδων τους από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ενέργεια και ανανεώσιμες πηγές
Ο ενεργειακός κλάδος αποτελεί έμμεσο κερδισμένο του σεναρίου υψηλότερων επιτοκίων, καθώς ο βασικός λόγος ανόδου του πληθωρισμού είναι οι εκρηκτικές τιμές του πετρελαίου.
Τα κέρδη του κλάδου αυξήθηκαν κατά 22% το πρώτο τρίμηνο, προσφέροντας στις εταιρείες σημαντική ευχέρεια να μειώσουν τον δανεισμό τους και να επιβραβεύσουν τους μετόχους τους.
Σύμφωνα με τον αναλυτή της Gabelli Funds, Γενς Τσίμερμαν, οι μεγάλες ευρωπαϊκές πετρελαϊκές έχουν αξιοποιήσει τα υψηλά έσοδα των τελευταίων ετών για να μειώσουν σημαντικά τον δανεισμό τους, γεγονός που τις καθιστά λιγότερο ευάλωτες στις αυξήσεις επιτοκίων σε σχέση με τον προηγούμενο κύκλο.
Οι εταιρείες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας παραδοσιακά δυσκολεύονται σε περιόδους σύσφιγξης της νομισματικής πολιτικής, λόγω της εξάρτησής τους από τη χρηματοδότηση νέων έργων. Ωστόσο, όσο οι αυξήσεις επιτοκίων παραμένουν περιορισμένες, ο κλάδος εκτιμάται ότι μπορεί να ανταπεξέλθει χωρίς σοβαρούς κραδασμούς.

