Η βιομηχανία αναδεικνύεται στον μοναδικό ευρύ κλάδο του ελληνικού επιχειρείν που έχει ξεπεράσει τα προ κρίσης επίπεδα τόσο στην παραγωγή όσο και στις επενδύσεις, με βασικό στήριγμα τις εξαγωγές. Ωστόσο, πίσω από την ανάκαμψη παραμένει ένα σημαντικό χάσμα: η παραγωγικότητα της εργασίας υπολείπεται κατά περίπου 45% του ευρωπαϊκού επιπέδου. Όπως επισημαίνει νέα μελέτη της Εθνικής Τράπεζας, το ζητούμενο πλέον είναι η βελτιωμένη κερδοφορία να μετατραπεί σε επενδύσεις τεχνολογίας, κατάρτισης και αναβάθμισης της παραγωγής, προτού η ταχεία εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης διευρύνει την απόσταση από τους Ευρωπαίους ανταγωνιστές.
Παρά την αυξημένη αβεβαιότητα, οι πωλήσεις του ελληνικού επιχειρηματικού τομέα συνεχίζουν να κινούνται ανοδικά, με δυναμική αντίστοιχη της ευρωπαϊκής. Το νέο τεύχος της σειράς μελετών «Τάσεις του Επιχειρείν» της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας κοιτάζει πέρα από τις συγκυριακές πιέσεις, εξετάζοντας τη διαχρονική πορεία του ελληνικού επιχειρείν. Μέσα από αυτή τη ματιά αναδεικνύεται η λιγότερο ορατή δυναμική της βιομηχανίας, καθώς είναι ο μόνος κλάδος που σήμερα παράγει και επενδύει σε επίπεδα υψηλότερα από τα προ κρίσης. Το επόμενο στοίχημα είναι η πρόοδος αυτή να αποτελέσει καύσιμο για να περιοριστεί το κενό παραγωγικότητας με την Ευρώπη. Ο χρόνος μετρά, καθώς η τεχνολογική επιτάχυνση (με αιχμή την τεχνητή νοημοσύνη) μπορεί είτε να επιταχύνει τη σύγκλιση είτε να διευρύνει την απόσταση.

Με θετικό πρόσημο κινήθηκαν οι πωλήσεις του επιχειρηματικού τομέα κατά το 1ο εξάμηνο του 2026 (+1,0% σε αποπληθωρισμένους όρους), αν και με ασθενέστερη δυναμική συγκριτικά με το προηγούμενο εξάμηνο (+2,8%). Παρά την επιβράδυνση, εν μέσω γεωπολιτικής αβεβαιότητας και πληθωριστικής πίεσης, η άνω θετική επίδοση ήταν αρκετή ώστε το ελληνικό επιχειρείν να παραμείνει ανθεκτικό σε ευρωπαϊκό επίπεδο (διατηρώντας σταθερό μερίδιο της τάξης του 1,1% της ευρωπαϊκής προστιθέμενης αξίας).
Εμβαθύνοντας σε κλαδικό επίπεδο, ξεχωρίζουν σε πρώτη ανάγνωση οι ισχυρές επιδόσεις σε κατασκευές (+10%) και ICT (+8%), συμβαδίζοντας με τη συνεχιζόμενη προσπάθεια επενδυτικής και ψηφιακής αναβάθμισης της οικονομίας με τη στήριξη των ευρωπαϊκών πόρων. Ωστόσο, μια βαθύτερη ανάλυση αναδεικνύει τον ρόλο της βιομηχανίας ως σημαντικό πυλώνα ανάπτυξης. Συγκεκριμένα:
- H βιομηχανία είναι ο μόνος κλάδος που σήμερα παράγει και επενδύει σε επίπεδα υψηλότερα από τα προ-κρίσης (κατά περίπου 10-15% έναντι 2008), έχοντας καταφέρει να ακολουθήσει παρόμοια πορεία με την Ευρώπη. Στήριγμα αυτής της πορείας αποτελεί η εξωστρέφεια, με τις εξαγωγές να καλύπτουν τα ¾ της ανόδου των πωλήσεων το 1ο εξάμηνο του 2026 (και σχεδόν τo ½ αυτής την τελευταία δεκαετία).
- Η πρόοδος αποτυπώνεται και στη λειτουργική απόδοση ενεργητικού (ROA) των επιχειρήσεων του κλάδου, η οποία έχει πλέον συγκλίνει στον ευρωπαϊκό μέσο όρο (της τάξης του 10%), κλείνοντας το κενό 3,5 ποσοστιαίων μονάδων (π.μ.) της προηγούμενης δεκαετίας. Στη βελτίωση συνέβαλε η άνοδος της παραγωγικότητας εργασίας κατά περίπου 25% την τελευταία δεκαετία (έναντι υποχώρησης 3% στον λοιπό επιχειρηματικό τομέα).
Ωστόσο, η αναμφίβολα καλή επίδοση της ελληνικής βιομηχανίας είναι σημαντικό να λειτουργήσει ως καύσιμο για να εντείνει το βηματισμό της, καθώς έχει ακόμα σημαντικό δρόμο να διανύσει για να προσεγγίσει συνολικά τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Συγκεκριμένα:
- Η παραγωγικότητα εργασίας μόλις υπερβαίνει το ½ του ευρωπαϊκού επιπέδου, με σχεδόν το ½ του κενού να παραμένει μετά την προσαρμογή για την κλαδική σύνθεση της βιομηχανίας και το μέγεθος των επιχειρήσεων.
- Η επενδυτική ένταση (ως % της προστιθέμενης αξίας) παραμένει χαμηλότερη του ευρωπαϊκού μέσου όρου (18% έναντι 23% ), παρά την αύξηση των επενδύσεων έναντι του προ-κρίσης επιπέδου.
Το επόμενο βήμα για την ελληνική βιομηχανία είναι η μετατροπή της βελτιωμένης κερδοφορίας σε επενδύσεις που θα στηρίξουν την παραγωγικότητα, εστιάζοντας σε κρίσιμους τομείς όπου η ελληνική βιομηχανία σημειώνει υστερήσεις εύρους 40-60% έναντι ευρωπαίων ανταγωνιστών:
- Αυτοματοποίηση: ενίσχυση χρήσης ρομπότ στην παραγωγή (10% των επιχειρήσεων έναντι 16% στην ΕΕ) και οργάνωση δεδομένων,
- Εκπαίδευση: προγράμματα κατάρτισης ψηφιακών αλλά και γενικών δεξιοτήτων (19% των εργαζομένων έναντι 46% στην ΕΕ),
- Αποτελεσματικές διαδικασίες: ενοποίηση εσωτερικών συστημάτων (πχ. ERP, CRM) αλλά και συναλλαγών με πελάτες/προμηθευτές (ηλεκτρονική τιμολόγηση).
Κομβικό ρόλο αναμένεται να διαδραματίσει η τεχνητή νοημοσύνη (ΑΙ), στη χρήση της οποίας η ελληνική βιομηχανία κινείται βραδύτερα των Ευρωπαίων ανταγωνιστών (8% των επιχειρήσεων, έναντι 17%). Καθώς η ΑΙ εκτιμάται ότι θα έχει εκθετικές επιδράσεις στην παραγωγικότητα (+0,6-0,9 π.μ. ετησίως στην ΕΕ την επόμενη δεκαετία), ο κίνδυνος διεύρυνσης των αποκλίσεων μεταξύ των χωρών αυξάνεται σημαντικά.

