Οι συνέπειες ενός σοκ που πλήττει μια οικονομία εξαρτώνται κυρίως από έξι παράγοντες: πρώτον, από την ένταση της διαταραχής· δεύτερον, από τη διάρκειά της· τρίτον, από τα δομικά χαρακτηριστικά της οικονομίας και τον βαθμό ευαισθησίας της στην εν λόγω διαταραχή· τέταρτον, από την αντίδραση των ασκούντων την οικονομική πολιτική, σε επίπεδο νομισματικής (Κεντρική Τράπεζα) και δημοσιονομικής (Κυβέρνηση) πολιτικής· πέμπτον, από τις προσδοκίες που σχηματίζουν οι φορείς της οικονομίας για τις συνέπειες του σοκ· και έκτον, από τη φάση του οικονομικού κύκλου στην οποία βρισκόταν η οικονομία πριν από τη διαταραχή σημειώνει η Εurobank στο τρέχον δελτίο «7 Ημέρες Οικονομία».
Όπως αναφέρουν οι οικονομικοί αναλυτές της τράπεζας, oι εχθροπραξίες και οι γεωπολιτικές εντάσεις των τελευταίων περίπου εβδομήντα ημερών στον Περσικό Κόλπο, μιας περιοχής εξαιρετικά νευραλγικής για τις παγκόσμιες ροές ενέργειας, έχουν οδηγήσει σε άνοδο των τιμών της ενέργειας, σε διατάραξη της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας και σε όξυνση της αβεβαιότητας. Πριν από τον πόλεμο, περίπου 20 εκατ. βαρέλια πετρελαίου διέρχονταν καθημερινά από τα Στενά του Ορμούζ, ποσότητα που αντιστοιχεί σχεδόν στο 1/5 της παγκόσμιας κατανάλωσης (πηγή: U.S. Energy Information Administration).

Η άνοδος των τιμών της ενέργειας και η διατάραξη της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας συνιστούν ένα αρνητικό σοκ από την πλευρά της προσφοράς, καθώς συνεπάγονται αύξηση του κόστους παραγωγής (ανά μονάδα προϊόντος) των επιχειρήσεων. Η όξυνση της αβεβαιότητας δύναται να οδηγήσει σε αναστολή ή ακόμη και, εφόσον είναι παρατεταμένη, σε ματαίωση των δαπανών των νοικοκυριών για κατανάλωση και των επιχειρήσεων για επενδύσεις, δηλαδή να αποτελέσει ένα αρνητικό σοκ από την πλευρά της ζήτησης. Σε θεωρητικό επίπεδο, όταν ένα αρνητικό σοκ στην προσφορά συνδυάζεται με ένα αρνητικό σοκ στη ζήτηση, οι επιπτώσεις στον πραγματικό ρυθμό μεγέθυνσης εντείνονται, ενώ όσον αφορά τον πληθωρισμό, το τελικό αποτέλεσμα εξαρτάται από το κατά πόσο η εν λόγω διαταραχή επηρεάζει περισσότερο την προσφορά ή τη ζήτηση. Ο πληθωρισμός ενισχύεται όταν το σοκ επηρεάζει περισσότερο αρνητικά την προσφορά, απ’ ό,τι τη ζήτηση.
Όπως παρουσιάζεται στα Διαγράμματα 1.1 και 1.2, οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου Brent αυξήθηκαν, κατά μέσο όρο, στα 98,8 δολάρια σε τρέχουσες τιμές τον Μαρ-26 και στα 107,5 δολάρια τον Απρ-26, από 69,8 δολάρια τον Φεβ-26, σημειώνοντας ετήσιο ρυθμό μεταβολής της τάξης του 35,8% και 58,3%, αντίστοιχα. Παράλληλα, οι τιμές φυσικού αερίου TTF ενισχύθηκαν σε ετήσια βάση κατά 26,4% τον Μαρ-26 και κατά 27,7% τον Απρ-26.
Η ελληνική οικονομία -όπως και η ΕΕ-27 και η Ευρωζώνη- παρουσιάζει υψηλό βαθμό ευαισθησίας στην αύξηση των τιμών των ορυκτών καυσίμων, καθότι ένα πολύ μεγάλο ποσοστό της συνολικής ενεργειακής της κατανάλωσης -άνω του 75%- εξαρτάται από αυτά, τα οποία σε συντριπτικό ποσοστό εισάγει. Το 2025, με μέση τιμή πετρελαίου Brent στα 68,4 δολάρια ανά βαρέλι, το έλλειμμα του ισοζυγίου των καυσίμων ήταν στα 4,7 δισεκ. ευρώ (1,9% του ΑΕΠ), από 7,6 δισεκ. ευρώ το 2024 (3,2% του ΑΕΠ) με τιμή πετρελαίου Brent στα 79,7 δολάρια ανά βαρέλι.
Η άνοδος των τιμών των ορυκτών καυσίμων, σε συνδυασμό με την υψηλή εξάρτηση του ενεργειακού μείγματος της ελληνικής οικονομίας από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, το θετικό παραγωγικό κενό και τον επίμονο πληθωρισμό πριν από την έναρξη της κρίσης στον Περσικό Κόλπο, αποτυπώνεται ήδη στους επίσημους δείκτες.

Στο πεδίο των τιμών, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας (Eurostat), ο Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ) αυξήθηκε κατά 4,6% σε ετήσια βάση τον Απρ-26, από 3,4% τον Μαρ-26 και 3,1% τον Φεβ-26, κατατάσσοντας την ελληνική οικονομία στην τέταρτη θέση μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης με τον υψηλότερο πληθωρισμό (βλ. Διάγραμμα 2). Η συνιστώσα της ενέργειας είχε τη μεγαλύτερη συνεισφορά στο αποτέλεσμα αυτό, με τον σχετικό δείκτη να ενισχύεται κατά 21,9% τον Απρ-26, από 7,7% τον Μαρ-26 και -3,4% τον Φεβ-26. Ο δομικός δείκτης, ο οποίος δεν περιλαμβάνει τις κατηγορίες της ενέργειας, των τροφίμων, των αλκοολούχων ποτών και του καπνού, αυξήθηκε κατά 2,9% τον Απρ-26, από 2,7% τον Μαρ-26 και 3,5% τον Φεβ-26.
Τα παραπάνω αποτελέσματα καταδεικνύουν τον άμεσο αντίκτυπο της αύξησης των τιμών της ενέργειας στον πληθωρισμό. Ο έμμεσος αντίκτυπος προκύπτει από την αύξηση του κόστους παραγωγής των επιχειρήσεων και τη μετακύλισή του στις τιμές των τελικών καταναλωτικών προϊόντων, καθώς και των ενδιάμεσων αγαθών (π.χ. επιβατικές και εμπορευματικές μεταφορές). Τέλος, όσο οι τιμές της ενέργειας παραμένουν υψηλές και διαχέονται σε άλλες κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών, αυξάνεται η πιθανότητα επηρεασμού των προσδοκιών των οικονομικών φορέων ως προς την πορεία του πληθωρισμού, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε δευτερογενείς επιδράσεις της αρχικής ενεργειακής. Καθοριστικό ρόλο στο πεδίο αυτό διαδραματίζει η πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας, εν προκειμένω, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Στα μαλακά δεδομένα (soft data), η απότομη άνοδος του πληθωρισμού τον Απρ-26 συνοδεύτηκε από επιδείνωση του δείκτη καταναλωτικής εμπιστοσύνης —ο οποίος εδώ και αρκετούς μήνες βρισκόταν σε καθοδική τροχιά— στις -54,7 μονάδες (-20,6 στην Ευρωζώνη), από -52,5 μονάδες τον Μαρ-26 και -49,2 μονάδες τον Φεβ-26 (βλ. Διάγραμμα 3.1). Η μείωση του δείκτη καταναλωτικής εμπιστοσύνης σε χαμηλό 42 μηνών, σε συνδυασμό με την αρνητική αποταμίευση των νοικοκυριών (-4,4 δισεκ. ευρώ ή -2,7% του διαθέσιμου εισοδήματος το 2025), δημιουργεί καθοδικούς κινδύνους για τον ρυθμό αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης και, συνεπακόλουθα, του ΑΕΠ, στοιχείο που ενσωματώνεται ήδη στις αναθεωρημένες επί τα χείρω προβλέψεις επίσημων οργανισμών για τον ρυθμό μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας το 2026 (για παράδειγμα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο υποβάθμισε την πρόβλεψή του για την ανάπτυξη στο 1,8%, από 2,0% προηγουμένως).
Ο δείκτης υπευθύνων προμηθειών PMI μεταποίησης της S&P Global μειώθηκε στις 52,4 μονάδες τον Απρ-26 (52,2 στην Ευρωζώνη), από 54,5 μονάδες τον Μαρ-26, παραμένοντας, ωστόσο, άνω του ορίου των 50 μονάδων που διαχωρίζει τη βελτίωση από την επιδείνωση των λειτουργικών συνθηκών στον τομέα της μεταποίησης (βλ. Διάγραμμα 3.2). Σύμφωνα με το δελτίο Τύπου της S&P Global, τον Απρ-26 καταγράφηκε επιβράδυνση της αύξησης της παραγωγής, της απασχόλησης και των νέων παραγγελιών των ελληνικών επιχειρήσεων μεταποίησης —με τη ζήτηση από το εξωτερικό να υποχωρεί— λόγω του πολέμου στον Περσικό Κόλπο και της αύξησης της αβεβαιότητας. Επιπρόσθετα, η διαταραχή της εφοδιαστικής αλυσίδας οδήγησε στη μεγαλύτερη αύξηση του κόστους των τελευταίων τεσσάρων ετών, ενώ και ο ρυθμός αύξησης των τιμών εκροών ήταν ο υψηλότερος σε διάστημα τρεισήμισι ετών. Τα αποτελέσματα αυτά, δηλαδή η άνοδος του κόστους παραγωγής, η αύξηση των τιμών πώλησης και η επιβράδυνση της παραγωγής, καταδεικνύουν τις πρώτες επιπτώσεις του αρνητικού σοκ προσφοράς που προκαλεί ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο.
Συνοψίζοντας, οι γεωπολιτικές εντάσεις στον Περσικό Κόλπο, μέσω των διαύλων των αυξημένων τιμών της ενέργειας, των διαταραχών στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα και της όξυνσης της αβεβαιότητας, αποτυπώνονται ήδη σε βασικούς δείκτες της ελληνικής οικονομίας. Τον Απρ-26 καταγράφηκε απότομη άνοδος του πληθωρισμού στο 4,6% —υψηλό 37 μηνών—, ενώ ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) επιδεινώθηκε σε χαμηλό 42 μηνών. Παράλληλα, σύμφωνα με την έρευνα της S&P Global, οι ελληνικές μεταποιητικές επιχειρήσεις κατέγραψαν επιβράδυνση της δραστηριότητάς τους και σημαντική αύξηση του κόστους παραγωγής τον Απρ-26. Τα στοιχεία αυτά συνθέτουν μια πρώτη εικόνα των ανοδικών κινδύνων για τον πληθωρισμό και των καθοδικών κινδύνων για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας το 2026.

