Για πρώτη φορά από τα τέλη του 2024, η επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ευρωζώνη παρουσίασε συρρίκνωση, σηματοδοτώντας μια απροσδόκητη επιβράδυνση της οικονομίας. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται κυρίως στη σημαντική κάμψη του κλάδου των υπηρεσιών, καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή και ειδικότερα ο πόλεμος στο Ιράν αρχίζουν να επηρεάζουν την καταναλωτική εμπιστοσύνη και τη συνολική ζήτηση.
Ο δείκτης PMI της S&P Global υποχώρησε τον Απρίλιο στο 48,6 από 50,7 τον Μάρτιο, περνώντας κάτω από το κρίσιμο όριο των 50 μονάδων που διαχωρίζει την ανάπτυξη από την ύφεση. Η πτώση αυτή ήταν εντονότερη από τις εκτιμήσεις των αναλυτών, οι οποίοι ανέμεναν μια πιο ήπια διόρθωση, στοιχείο που εντείνει τις ανησυχίες για την πορεία της οικονομίας.
Η εικόνα διαφοροποιείται μεταξύ των μεγάλων οικονομιών της Ευρωζώνης. Στη Γερμανία, η μεταποίηση εμφανίζει σχετική ανθεκτικότητα, ωστόσο ο τομέας των υπηρεσιών καταγράφει σημαντική επιδείνωση. Αντίθετα, στη Γαλλία, η βιομηχανία ξεπέρασε τις προσδοκίες, σημειώνοντας την καλύτερη επίδοση από το 2022, αλλά και εκεί ο κλάδος των υπηρεσιών παρουσίασε έντονη πτώση. Παράλληλα, οι πληθωριστικές πιέσεις παραμένουν διάχυτες σε ολόκληρη την οικονομία του μπλοκ.
Όπως επισημαίνει ο Chris Williamson, η Ευρωζώνη βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξανόμενες πιέσεις λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή, οι οποίες επηρεάζουν τόσο την ανάπτυξη όσο και τη σταθερότητα των τιμών. Την ίδια στιγμή, οι διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα εντείνουν τους κινδύνους, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου η ανάπτυξη επιβραδύνεται, ενώ ο πληθωρισμός παραμένει επίμονος.
Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να προβληματίσει έντονα την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα δύσκολο δίλημμα. Από τη μία πλευρά, ο πληθωρισμός παραμένει πάνω από τον στόχο του 2%, από την άλλη όμως η οικονομική δραστηριότητα δείχνει σημάδια κόπωσης. Υπό αυτές τις συνθήκες, εκτιμάται ότι η ΕΚΤ θα τηρήσει στάση αναμονής στην επόμενη συνεδρίαση, αν και οι αγορές εξακολουθούν να προεξοφλούν δύο αυξήσεις επιτοκίων έως το τέλος του έτους.
Καθοριστικό ρόλο στην επιδείνωση του κλίματος διαδραματίζουν οι αυξημένες τιμές ενέργειας, οι οποίες επιβαρύνουν τόσο τα νοικοκυριά όσο και τις επιχειρήσεις. Οι αρχικές προσδοκίες για επιτάχυνση της ανάπτυξης πριν από την ένταση στη Μέση Ανατολή έχουν πλέον αναθεωρηθεί, ενώ οι κυβερνήσεις επιχειρούν να αντισταθμίσουν τις πιέσεις μέσω αυξημένων δαπανών, ιδιαίτερα σε τομείς όπως η άμυνα και οι υποδομές.
Παρά τις βραχυπρόθεσμες προκλήσεις, οι μεσοπρόθεσμες εκτιμήσεις παραμένουν συγκρατημένα θετικές. Η ΕΚΤ είχε προβλέψει ανάπτυξη 0,9% για το 2026 και 1,3% για το 2027, ωστόσο δεν αποκλείεται επιδείνωση του σεναρίου σε περίπτωση παρατεταμένης γεωπολιτικής αστάθειας.
Σε ό,τι αφορά τον πληθωρισμό, οι πιέσεις εντείνονται όχι μόνο λόγω της ενέργειας, αλλά και εξαιτίας της αύξησης στο κόστος εισαγωγών και εμπορευμάτων, καθώς και των περιορισμών στην προσφορά. Όπως χαρακτηριστικά σημείωσε ο Williamson, πρόκειται για τη μεγαλύτερη άνοδο πιέσεων τιμών από το 2000, εξαιρουμένης της περιόδου της πανδημίας, στοιχείο που επιβεβαιώνει τη δυσκολία εξισορρόπησης μεταξύ ανάπτυξης και σταθερότητας τιμών.
Συνολικά, η Ευρωζώνη εισέρχεται σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας, όπου οι γεωπολιτικές εξελίξεις, το ενεργειακό κόστος και οι αποφάσεις νομισματικής πολιτικής θα καθορίσουν την πορεία της οικονομίας τους επόμενους μήνες.

