Για χρόνια, οι κυβερνήσεις μπορούσαν να δανείζονται σχεδόν χωρίς κόστος και οι αγορές έμοιαζαν πρόθυμες να χρηματοδοτούν ελλείμματα χωρίς τέλος.
Η πανδημία, οι ενεργειακές κρίσεις, οι πόλεμοι και η νέα κούρσα εξοπλισμών εκτόξευσαν ακόμη περισσότερο το δημόσιο χρέος. Τώρα όμως η εποχή του «εύκολου χρήματος» δείχνει να τελειώνει απότομα.
Οι αγορές ομολόγων στέλνουν προειδοποιητικά σήματα, οι τιμές βουλιάζουν, οι αποδόσεις ανεβαίνουν επικίνδυνα και οι επενδυτές αρχίζουν να αμφισβητούν κάτι που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν δεδομένο: ότι τα κράτη μπορούν να δανείζονται επ’ άπειρον χωρίς συνέπειες.
Η επιστροφή του φόβου
Η νέα αναταραχή στις αγορές κρατικών ομολόγων δεν είναι ένα απλό τεχνικό επεισόδιο. Είναι η αντανάκλαση μιας βαθύτερης ανησυχίας για τη βιωσιμότητα του παγκόσμιου χρέους.
Στις ΗΠΑ, το δημόσιο χρέος που διακρατεί το κοινό ξεπέρασε πλέον το 100% του ΑΕΠ για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στη Βρετανία και την Ιαπωνία, οι επενδυτές απαιτούν ολοένα υψηλότερες αποδόσεις για να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν τα κράτη. Στην Ευρώπη, χώρες που βγήκαν τραυματισμένες από την κρίση χρέους της περασμένης δεκαετίας βλέπουν ξανά το κόστος δανεισμού να ανεβαίνει.
Η μεγάλη διαφορά είναι ότι αυτή τη φορά το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τις «αδύναμες» οικονομίες. Το πρόβλημα είναι παγκόσμιο.
Ο πόλεμος, η ενέργεια και ο πληθωρισμός
Η νέα έκρηξη στις αποδόσεις των ομολόγων πυροδοτείται κυρίως από τον επίμονα υψηλό πληθωρισμό. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και η άνοδος των τιμών ενέργειας αναζωπύρωσαν τους φόβους ότι οι κεντρικές τράπεζες όχι μόνο δεν θα μειώσουν τα επιτόκια, αλλά ίσως χρειαστεί να τα αυξήσουν ξανά.
Οι επενδυτές επανατιμολογούν πλέον το σύνολο της αγοράς. Η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς ομολόγου κινείται προς το 4,75%, σύμφωνα με αναλυτές της ING, ενώ του 30ετούς αμερικανικού ομολόγου έχει ήδη ξεπεράσει το ψυχολογικό όριο του 5%.
Και αυτό έχει αλυσιδωτές επιπτώσεις παντού: ακριβότερα στεγαστικά δάνεια, υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης για επιχειρήσεις, μεγαλύτερη πίεση στις αγορές μετοχών και νέους πονοκεφάλους για κυβερνήσεις που πρέπει να αναχρηματοδοτούν τεράστια χρέη.
Το «υπερβολικό προνόμιο» των ΗΠΑ
Παρά την εκρηκτική άνοδο του αμερικανικού χρέους, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να απολαμβάνουν ένα μοναδικό πλεονέκτημα: το δολάριο και τα αμερικανικά ομόλογα παραμένουν η «ασφαλής αποθήκη» του πλανήτη.
Η αμερικανική αγορά ομολόγων είναι μακράν η μεγαλύτερη και πιο ρευστή στον κόσμο. Αυτό επιτρέπει στην Ουάσιγκτον να δανείζεται ευκολότερα και φθηνότερα από άλλες χώρες, ακόμη και όταν τα δημοσιονομικά μεγέθη επιδεινώνονται.
Οι οικονομολόγοι αποκαλούν αυτό το φαινόμενο «υπερβολικό προνόμιο». Με απλά λόγια, οι ΗΠΑ μπορούν να αντέξουν επίπεδα χρέους που θα προκαλούσαν κρίση εμπιστοσύνης αλλού. Όμως ακόμη και αυτό το προνόμιο δείχνει να δοκιμάζεται.
Οι αγορές δεν συγχωρούν για πάντα
Οι επενδυτές ανησυχούν πλέον όχι μόνο για το ύψος του χρέους, αλλά και για το ποιος θα συνεχίσει να το αγοράζει.
Στο παρελθόν, μεγάλες χώρες με εμπορικά πλεονάσματα – όπως η Κίνα – λειτουργούσαν ως σταθεροί αγοραστές αμερικανικών ομολόγων. Σήμερα όμως, όλο και μεγαλύτερο μέρος της αγοράς ελέγχεται από hedge funds και επενδυτές που κινούνται πολύ πιο επιθετικά και βραχυπρόθεσμα.
Αυτό σημαίνει ότι οι υψηλότερες αποδόσεις δεν φέρνουν αυτόματα αγοραστές, όπως συνέβαινε παλαιότερα. Και έτσι οι αποδόσεις μπορούν να συνεχίσουν να ανεβαίνουν πολύ περισσότερο πριν βρεθεί ισορροπία.
Η Ευρώπη θυμάται τον εφιάλτη
Για την Ευρώπη, οι εξελίξεις ξυπνούν μνήμες της κρίσης χρέους της περασμένης δεκαετίας. Οι πρωταγωνιστές εκείνης της κρίσης, Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία και Ιρλανδία εμφανίζονται σήμερα πιο θωρακισμένες δημοσιονομικά.
Είναι ο άλλοτε αποκαλούμενος «πυρήνας» της Ευρωζώνης εκείνος που εκπέμπει SOS. Η Γαλλία, το Βέλγιο και πλέον ακόμη και η Γερμανία βλέπουν τα χρέη τους να αυξάνονται ξανά, καθώς οι αμυντικές δαπάνες εκτινάσσονται και οι κυβερνήσεις επιχειρούν να στηρίξουν οικονομίες που επιβραδύνονται.
Οι αγορές γνωρίζουν ότι η εποχή της γεωπολιτικής σταθερότητας έχει τελειώσει. Και αυτό σημαίνει περισσότερα ελλείμματα, περισσότερος δανεισμός και μεγαλύτερη πίεση στα κρατικά ομόλογα.
Το τέλος της ψευδαίσθησης
Για περισσότερο από μία δεκαετία μετά την κρίση του 2008, ο κόσμος συνήθισε την ιδέα ότι τα κράτη μπορούν να δανείζονται χωρίς όρια και σχεδόν χωρίς κόστος.
Οι κεντρικές τράπεζες κρατούσαν τα επιτόκια μηδενικά και αγόραζαν μαζικά κρατικά ομόλογα, δημιουργώντας ένα τεράστιο δίχτυ ασφαλείας.
Αυτό το μοντέλο πλέον καταρρέει. Ο πληθωρισμός επέστρεψε, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις πολλαπλασιάζονται και οι αγορές αρχίζουν να απαιτούν ξανά δημοσιονομική πειθαρχία.
Το μεγάλο ερώτημα είναι αν οι κυβερνήσεις είναι έτοιμες για αυτή τη νέα εποχή ή αν ο κόσμος οδεύει προς μια νέα, πολύ πιο επικίνδυνη κρίση χρέους.

