Ύστερα από δύο εξαιρετικά μικρές σοδειές το 2023 και το 2024, η χώρα μας κατέγραψε αύξηση 16,8% στην παραγωγή κρασιού το 2025, με το ετήσιο ”κοντέρ” να γράφει 1,6 εκατ. εκατόλιτρα. Πολύτιμος σύμμαχος σε αυτή την επίδοση, στάθηκαν οι καιρικές συνθήκες, αφού σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Αμπέλου και Οίνου (OIV), τα ακραία καιρικά φαινόμενα περιορίστηκαν και οι θερμοκρασίες ήταν ήπιες. Ωστόσο, η βελτίωση αυτή, δεν μπορεί να κρύψει τη μεγάλη εικόνα -που δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο-, αφού η εγχώρια παραγωγή παραμένει αισθητά χαμηλότερη από τα ιστορικά μας επίπεδα, που συνήθως κυμαίνονται μεταξύ 2 και 4 εκατ. εκατολίτρων.
Το πρόβλημα άλλωστε στον τομέα του κρασιού είναι γνωστό και εντοπισμένο. Την περασμένη Πέμπτη, μιλώντας σε εκδήλωση της ΚΕΟΣΟΕ, ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Μαργαρίτης Σχοινάς, υπογράμμισε ότι παρά την αύξηση των εξαγωγών το 2025, ο κλάδος αντιμετωπίζει διαχρονικές παθογένειες, όπως η εγκατάλειψη του αμπελώνα κατά 30% την τελευταία 15ετία, η μείωση της έκτασης των αμπελώνων, η ισχνή παραγωγή, αλλά και το μικρό μέγεθος του κλήρου.
Αντίστοιχα, σε σχέση με τον μέσο όρο της προηγούμενης πενταετίας η ελληνική παραγωγή κρασιού, καταγράφει μείωση 15,07% το 2025-2026.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η Ελλάδα είναι το νούμερο 20 στην παραγωγή κρασιού, με την Ιταλία να κρατάει τα σκήπτρα, ακολουθούμενη από τη Γαλλία και την Ισπανία. Πάντως η χώρα μας ήταν από τις λίγες της 20άδας που σημείωσαν διψήφια αύξηση, μαζί με την Βραζιλία (+81%), την Μολδαβία (+53%), τη Νέα Ζηλανδία (+32%), τη Νότια Αφρική (+16%), την Αυστρία (+17%), την Ρωσία (+12%) και την Ουγγαρία (+10%). Στον αντίποδα, σημαντική πτώση καταγράφηκε για την Ισπανία (-8%), την Πορτογαλία (-14%), την Κίνα (-18%) και τη Χιλή (-10%).

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης State of the world wine sector in 2025 του OIV, η παγκόσμια παραγωγή κρασιού εκτιμάται στα 227 εκατομμύρια εκατόλιτρα το 2025, μόλις 0,6% υψηλότερα από το ιστορικά χαμηλό επίπεδο του 2024. Πρόκειται για την τρίτη συνεχόμενη χρονιά χαμηλής παγκόσμιας παραγωγής, γεγονός που αντανακλά τον συνδυασμό κλιματικής αστάθειας και προσαρμογών στην παραγωγή λόγω της ασθενέστερης ζήτησης.
Βέβαια, κατά τον Οργανισμό, στο σημερινό περιβάλλον της αγοράς, η παραγωγή κάτω από τον μέσο όρο εκτιμάται ότι θα συμβάλει στη σταδιακή αποκλιμάκωση των πιέσεων στα αποθέματα, αντί να προκαλέσει εκτεταμένες ελλείψεις στην προσφορά.
Ακόμα, η παγκόσμια έκταση αμπελώνων μειώθηκε κατά 0,8% το 2025, στα 7,0 εκατομμύρια εκτάρια, καταγράφοντας την έκτη διαδοχική χρονιά συρρίκνωσης. Βάση έκτασης των αμπελώνων, η Ελλάδα κατατάσσεται ξανά στο νούμερο 20 παγκοσμίως και έμεινε στα 93.000 εκτάρια το 2025.

Στο χαμηλότερο σημείο από το 2000 η παγκόσμια κατανάλωση κρασιού
Πιο δυσμενές είναι το τοπίο στο μέτωπο της κατανάλωσης παγκοσμίως, που υπολογίζεται στα 208 εκατομμύρια εκατόλιτρα το 2025, μειωμένη κατά 2,7% σε σύγκριση με το 2024.
Η εξέλιξη αυτή αντανακλά τον συνδυασμό μακροπρόθεσμων διαρθρωτικών αλλαγών στις ώριμες αγορές, μεταβολών στη συμπεριφορά των καταναλωτών και των πρόσφατων οικονομικών πιέσεων στην αγοραστική δύναμη.
Με εννέα από τις δέκα μεγαλύτερες αγορές κρασιού παγκοσμίως να καταγράφουν χαμηλότερους όγκους κατανάλωσης, η προσαρμογή της ζήτησης παραμένει μία από τις βασικές προκλήσεις για τον κλάδο, αν και ορισμένες αγορές εξακολουθούν να εμφανίζουν ανθεκτικότητα.
Αντίστοιχα, όπως φαίνεται στο παρακάτω διάγραμμα, η παγκόσμια κατανάλωση βρέθηκε στο χαμηλότερο σημείο από το 2000.

Aβεβαιότητα λόγω δασμών Τραμπ και ασθενέστερης ζήτησης
Το παγκόσμιο εμπόριο κρασιού το 2025 επηρεάστηκε κυρίως από την αυξημένη εμπορική αβεβαιότητα που συνδέεται με τους δασμούς των ΗΠΑ, καθώς και από την ασθενέστερη ζήτηση σε αρκετές μεγάλες εισαγωγικές αγορές.
Οι παγκόσμιες εξαγωγές κρασιού μειώθηκαν στα 94,8 εκατομμύρια εκατόλιτρα (-4,7%), ενώ η αξία των εξαγωγών υποχώρησε στα 33,8 δισεκατομμύρια ευρώ (-6,7%), αντανακλώντας τόσο τους χαμηλότερους όγκους εμπορίου όσο και τη μέτρια προσαρμογή των τιμών.

Παρ’ όλα αυτά, το επίπεδο διεθνοποίησης παρέμεινε ιστορικά υψηλό, καθώς σχεδόν ένα στα δύο μπουκάλια καταναλώθηκε εκτός της χώρας προέλευσής του, επιβεβαιώνοντας τον διαρθρωτικό ρόλο του διεθνούς εμπορίου στον οινικό κλάδο.

