Αντιμέτωποι με πρόσθετο φόρο 22% κινδυνεύουν να βρεθούν εκατομμύρια φορολογούμενοι εάν μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2026 δεν έχουν πραγματοποιήσει τις απαιτούμενες ηλεκτρονικές δαπάνες. Το όριο του 30% του ετήσιου εισοδήματος, οι ειδικές ρυθμίσεις για επαγγελματίες και νοικοκυριά, οι δαπάνες που αναγνωρίζει η Εφορία και οι εξαιρέσεις συνθέτουν έναν φορολογικό γρίφο που μπορεί να οδηγήσει σε απρόσμενες επιβαρύνσεις με την εκκαθάριση των δηλώσεων το 2027.
Μια απλή παράλειψη στις καθημερινές συναλλαγές μπορεί να κοστίσει εκατοντάδες ευρώ στους φορολογούμενους, ακόμη και αν έχουν εξοφλήσει κανονικά όλες τις φορολογικές τους υποχρεώσεις. Η μη κάλυψη του απαιτούμενου ποσού ηλεκτρονικών αποδείξεων ενεργοποιεί αυτόματα πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση 22% επί της διαφοράς μεταξύ των δαπανών που έπρεπε να πραγματοποιηθούν και εκείνων που τελικά αναγνωρίζονται.
Το μέτρο αφορά περίπου 4,5 εκατομμύρια φορολογούμενους, μεταξύ των οποίων μισθωτούς, συνταξιούχους, ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και ιδιοκτήτες ακινήτων που εισπράττουν ενοίκια, ενώ προβλέπεται να συνεχιστεί και το 2027.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται από τους ελεύθερους επαγγελματίες, καθώς η εφαρμογή του ελάχιστου τεκμαρτού εισοδήματος μπορεί να αυξήσει σημαντικά το ποσό των ηλεκτρονικών δαπανών που καλούνται να καλύψουν, δημιουργώντας πρόσθετες φορολογικές υποχρεώσεις ακόμη και όταν τα πραγματικά τους έσοδα είναι χαμηλότερα.
Το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό. Σύμφωνα με στοιχεία της ΑΑΔΕ, ο πρόσθετος φόρος λόγω ανεπαρκών ηλεκτρονικών αποδείξεων έφθασε για το 2024 τα 87,21 εκατ. ευρώ, έναντι 55,48 εκατ. ευρώ το 2023, καταγράφοντας αύξηση περίπου 57%. Πρόκειται για μια επιβάρυνση που θα μπορούσε σε μεγάλο βαθμό να αποφευχθεί με καλύτερο προγραμματισμό των ηλεκτρονικών πληρωμών.
Πόσες ηλεκτρονικές αποδείξεις πρέπει να συγκεντρώσετε
Ο βασικός κανόνας προβλέπει ότι οι φορολογούμενοι πρέπει να πραγματοποιούν κάθε χρόνο αγορές αγαθών και πληρωμές υπηρεσιών μέσω ηλεκτρονικών μέσων, συνολικής αξίας ίσης με το 30% του ετήσιου πραγματικού εισοδήματός τους.
Οι συναλλαγές μπορούν να πραγματοποιούνται με χρεωστικές, πιστωτικές ή προπληρωμένες κάρτες, μέσω e-banking και με άλλους αναγνωρισμένους ηλεκτρονικούς τρόπους πληρωμής.
Το ανώτατο απαιτούμενο ποσό ηλεκτρονικών δαπανών είναι 20.000 ευρώ, ανεξάρτητα από το ύψος του εισοδήματος.
Στην πράξη, οι απαιτήσεις διαμορφώνονται ως εξής:
| Ετήσιο εισόδημα | Απαιτούμενες ηλεκτρονικές δαπάνες |
|---|---|
| 10.000 € | 3.000 € |
| 12.000 € | 3.600 € |
| 15.000 € | 4.500 € |
| 20.000 € | 6.000 € |
| 25.000 € | 7.500 € |
| 30.000 € | 9.000 € |
| 40.000 € | 12.000 € |
| 50.000 € | 15.000 € |
| 70.000 € | 20.000 € |
Για παράδειγμα, ένας μισθωτός με ετήσιο εισόδημα 20.000 ευρώ πρέπει μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2026 να έχει πραγματοποιήσει ηλεκτρονικές δαπάνες τουλάχιστον 6.000 ευρώ. Αν έχει συγκεντρώσει μόνο 5.000 ευρώ, η Εφορία θα υπολογίσει πρόσθετο φόρο 220 ευρώ για τη διαφορά των 1.000 ευρώ.
Η μεγάλη παγίδα για τους ελεύθερους επαγγελματίες
Ιδιαίτερα εκτεθειμένοι στον κίνδυνο πρόσθετης φορολόγησης είναι οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι αυτοαπασχολούμενοι, εξαιτίας της εφαρμογής του συστήματος ελάχιστου τεκμαρτού εισοδήματος.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι το απαιτούμενο ποσό ηλεκτρονικών αποδείξεων μπορεί να υπολογίζεται με βάση το εισόδημα που λαμβάνεται υπόψη για τη φορολόγηση και όχι αποκλειστικά με βάση τα χαμηλότερα κέρδη που δηλώνει ο επαγγελματίας.
Για παράδειγμα, ένας επαγγελματίας που εμφανίζει πραγματικά καθαρά κέρδη 10.000 ευρώ, αλλά φορολογείται με ελάχιστο τεκμαρτό εισόδημα 16.000 ευρώ, ενδέχεται να χρειάζεται ηλεκτρονικές δαπάνες 4.800 ευρώ, αντί για 3.000 ευρώ.
Η διαφορά είναι σημαντική, καθώς μπορεί να οδηγήσει σε επιπλέον φόρο εάν ο επαγγελματίας έχει προγραμματίσει τις πληρωμές του με βάση μόνο τα πραγματικά του κέρδη.
Γι' αυτό και οι επαγγελματίες θα πρέπει να ελέγχουν εγκαίρως το εισόδημα που τελικά λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό των απαιτούμενων ηλεκτρονικών δαπανών.
Πότε το 30% μειώνεται στο 20%
Το ισχύον πλαίσιο προβλέπει ευνοϊκότερη μεταχείριση για φορολογούμενους που αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα υψηλές οικονομικές υποχρεώσεις.
Συγκεκριμένα, όταν οι πληρωμές για φόρο εισοδήματος, ΕΝΦΙΑ, ενοίκια και τοκοχρεολυτικές δόσεις δανείων υπερβαίνουν αθροιστικά το 60% του ετήσιου πραγματικού εισοδήματος, το απαιτούμενο ποσοστό ηλεκτρονικών δαπανών περιορίζεται από το 30% στο 20%, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις.
Έτσι, φορολογούμενος με ετήσιο εισόδημα 20.000 ευρώ, ο οποίος πληροί τις σχετικές προϋποθέσεις, χρειάζεται να καλύψει 4.000 ευρώ με ηλεκτρονικές δαπάνες, αντί για 6.000 ευρώ.
Πρόκειται για σημαντική ελάφρυνση, κυρίως για νοικοκυριά με υψηλά ενοίκια, στεγαστικά δάνεια και αυξημένες φορολογικές επιβαρύνσεις.
Ξεχωριστή πρόβλεψη υπάρχει για φορολογούμενους με κατασχεμένους τραπεζικούς λογαριασμούς, για τους οποίους το απαιτούμενο ποσό δαπανών περιορίζεται σε 5.000 ευρώ.
Ποιες δαπάνες αναγνωρίζει η Εφορία
Στο απαιτούμενο ποσό προσμετρώνται πολλές καθημερινές συναλλαγές, αρκεί να έχουν εξοφληθεί ηλεκτρονικά και να συνοδεύονται από τα προβλεπόμενα παραστατικά.
Στις επιλέξιμες κατηγορίες περιλαμβάνονται αγορές από σούπερ μάρκετ, τρόφιμα, ποτά, είδη ένδυσης και υπόδησης, προϊόντα προσωπικής υγιεινής και καθαριότητας, ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές, έπιπλα και οικιακός εξοπλισμός.
Επίσης, αναγνωρίζονται επιλέξιμες δαπάνες για επισκευές και συντηρήσεις, λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, νερού και τηλεπικοινωνιών, κοινόχρηστα, υπηρεσίες υγείας, ιατρικές εξετάσεις, δίδακτρα και ασφάλιστρα, σύμφωνα με τις ειδικότερες προβλέψεις για κάθε κατηγορία.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ο τρόπος εξόφλησης. Μια αγορά που πληρώνεται με μετρητά δεν προσμετράται, ακόμη και αν έχει εκδοθεί κανονική απόδειξη.
Αντίθετα, η ίδια συναλλαγή μπορεί να αναγνωριστεί εφόσον πραγματοποιηθεί με κάρτα ή άλλο αποδεκτό ηλεκτρονικό μέσο πληρωμής.
Ποιες πληρωμές δεν μετράνε στο 30%
Εδώ βρίσκεται μία από τις συνηθέστερες παγίδες για τους φορολογούμενους, καθώς δεν αναγνωρίζεται κάθε ηλεκτρονική πληρωμή ως δαπάνη για την κάλυψη του απαιτούμενου ορίου.
Ειδικότερα, δεν προσμετρώνται οι πληρωμές φόρου εισοδήματος, ΕΝΦΙΑ και λοιπών φόρων και τελών προς το Δημόσιο, τα ενοίκια, οι δόσεις δανείων, οι αγορές ακινήτων, αυτοκινήτων, σκαφών και αεροσκαφών, καθώς και οι τοποθετήσεις σε αποταμιευτικά και επενδυτικά προϊόντα.
Αυτό σημαίνει ότι ένας φορολογούμενος μπορεί να έχει πραγματοποιήσει σημαντικές ηλεκτρονικές πληρωμές κατά τη διάρκεια του έτους, αλλά ένα μεγάλο μέρος τους να μην υπολογίζεται στο απαιτούμενο ποσοστό.
Για παράδειγμα, κάποιος με εισόδημα 20.000 ευρώ μπορεί να έχει πληρώσει ηλεκτρονικά 7.200 ευρώ για ενοίκιο και 2.000 ευρώ για φόρους, χωρίς οι συγκεκριμένες καταβολές να καλύπτουν τις απαιτούμενες 6.000 ευρώ ηλεκτρονικών αποδείξεων. Μπορούν, ωστόσο, να ληφθούν υπόψη για την εφαρμογή του μειωμένου ορίου 20%, εφόσον συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις.
Τι ισχύει για τα ζευγάρια και τις κοινές φορολογικές δηλώσεις
Ειδικό καθεστώς εφαρμόζεται για τους έγγαμους φορολογούμενους και τα μέρη συμφώνου συμβίωσης που υποβάλλουν κοινή φορολογική δήλωση.
Το απαιτούμενο ποσό ηλεκτρονικών δαπανών προσδιορίζεται ατομικά για κάθε σύζυγο, ανάλογα με το εισόδημά του.
Ωστόσο, εάν ο ένας σύζυγος έχει πραγματοποιήσει ηλεκτρονικές δαπάνες μεγαλύτερες από το ποσό που υποχρεούται να καλύψει, το πλεόνασμα μπορεί να μεταφερθεί στον άλλον για να καλύψει τυχόν έλλειμμα.
Για παράδειγμα, εάν ο ένας σύζυγος πρέπει να συγκεντρώσει 6.000 ευρώ και έχει πραγματοποιήσει δαπάνες 8.000 ευρώ, ενώ ο δεύτερος χρειάζεται 3.000 ευρώ αλλά έχει συγκεντρώσει μόλις 1.000 ευρώ, το πλεόνασμα των 2.000 ευρώ του πρώτου μπορεί να καλύψει το έλλειμμα του δεύτερου.
Με τον τρόπο αυτό, το νοικοκυριό αποφεύγει την πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της κοινής δήλωσης.
Ποιοι απαλλάσσονται από την υποχρέωση
Από την υποχρέωση συγκέντρωσης ηλεκτρονικών αποδείξεων απαλλάσσονται συγκεκριμένες κατηγορίες φορολογουμένων.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται όσοι έχουν συμπληρώσει το 70ό έτος της ηλικίας τους, όσοι εκπληρώνουν την υποχρεωτική στρατιωτική τους θητεία, καθώς και κάτοικοι μικρών χωριών με πληθυσμό έως 500 κατοίκους ή μικρών νησιών με πληθυσμό έως 3.100 κατοίκους, με τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις, μεταξύ άλλων, για τουριστικούς τόπους.
Η απαλλαγή δεν σημαίνει ότι οι συγκεκριμένοι φορολογούμενοι δεν υποχρεούνται να δηλώνουν τα εισοδήματά τους ή να τηρούν τις υπόλοιπες φορολογικές διατάξεις. Αφορά αποκλειστικά την υποχρέωση κάλυψης του ελάχιστου ποσού ηλεκτρονικών δαπανών.
Πώς θα ελέγξετε τις ηλεκτρονικές αποδείξεις σας
Η ΑΑΔΕ συγκεντρώνει στοιχεία ηλεκτρονικών συναλλαγών από τις τράπεζες και τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών και προσυμπληρώνει τους σχετικούς κωδικούς στη φορολογική δήλωση.
Ωστόσο, οι φορολογούμενοι δεν θα πρέπει να θεωρούν ότι τα προσυμπληρωμένα ποσά είναι πάντοτε πλήρη ή ότι περιλαμβάνουν όλες τις επιλέξιμες συναλλαγές.
Είναι σημαντικό να ελέγχουν τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών και των καρτών τους, να διασταυρώνουν τις πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν μέσω e-banking και να διατηρούν τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία.
Σε περίπτωση που διαπιστωθούν ελλείψεις, υπάρχει δυνατότητα διόρθωσης των δηλωθέντων ποσών, εφόσον οι συναλλαγές πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις και τεκμηριώνονται με τα απαραίτητα δικαιολογητικά.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται σε πληρωμές που πραγματοποιούνται μέσω διαφορετικών τραπεζών, καρτών ή ηλεκτρονικών εφαρμογών, ώστε να μην παραλείπονται επιλέξιμες συναλλαγές.
Τι πρέπει να κάνουν οι φορολογούμενοι μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου
Με την ολοκλήρωση του 2026 να πλησιάζει, οι φορολογούμενοι έχουν ακόμη περιθώριο να ελέγξουν την εικόνα των ηλεκτρονικών δαπανών τους και να περιορίσουν τον κίνδυνο πρόσθετου φόρου.
Το πρώτο βήμα είναι να υπολογίσουν το ετήσιο εισόδημα που λαμβάνεται υπόψη για την εφαρμογή του μέτρου και το αντίστοιχο ποσό δαπανών που πρέπει να καλυφθεί.
Στη συνέχεια, θα πρέπει να ελέγξουν τις ηλεκτρονικές συναλλαγές που έχουν πραγματοποιήσει από την 1η Ιανουαρίου 2026, διαχωρίζοντας τις δαπάνες που αναγνωρίζει η Εφορία από εκείνες που εξαιρούνται.
Εφόσον προκύπτει έλλειμμα, μπορούν να επιλέγουν ηλεκτρονική πληρωμή για τις αναγκαίες αγορές και υπηρεσίες που ούτως ή άλλως σχεδιάζουν να πραγματοποιήσουν μέχρι το τέλος του έτους, χωρίς να προχωρούν σε περιττές καταναλωτικές δαπάνες μόνο και μόνο για τη συγκέντρωση αποδείξεων.
Το βασικό είναι οι επιλέξιμες πληρωμές να έχουν πραγματοποιηθεί εμπρόθεσμα, καθώς οι συναλλαγές του 2027 δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη του απαιτούμενου ποσού του 2026.

