Αντιμέτωπες με ένα πλέγμα σοβαρών εμποδίων, που ξεκινά από την έλλειψη χρηματοδότησης και φτάνει έως το υψηλό ενεργειακό κόστος, τις ανεπαρκείς υποδομές και την έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού, βρίσκονται οι ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην προσπάθειά τους να πραγματοποιήσουν επενδύσεις.
Η μελέτη του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων (ΙΜΕ) της ΓΣΕΒΕΕ, με τίτλο «Εμπόδια στην υλοποίηση επενδύσεων από τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα», καταγράφει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν κυρίως οι μικρομεσαίες μεταποιητικές και βιοτεχνικές επιχειρήσεις, αξιοποιώντας ποιοτική έρευνα αλλά και διαθέσιμα ποσοτικά στοιχεία.
Η έρευνα καταλήγει σε εννέα βασικά εμπόδια: έλλειψη χρηματοδότησης και δυσκαμψίες των προγραμμάτων ΕΣΠΑ, δυσκολίες στην εισαγωγή και χρήση μηχανολογικού εξοπλισμού, ανεπαρκή ζήτηση, προβλήματα στις μεταφορικές και ψηφιακές υποδομές, ρυθμιστικό κόστος, υψηλές τιμές ενέργειας, ελλιπή κρατική υποστήριξη, έλλειψη εξειδικευμένου και πιστοποιημένου προσωπικού και αύξηση του κόστους γης και ενοικίων.
Το 71% δεν επένδυσε σε ψηφιακή τεχνολογία
Τα στοιχεία αποτυπώνουν το μέγεθος του επενδυτικού προβλήματος στις μικρότερες επιχειρήσεις. Σύμφωνα με την έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ και της Marc για το δεύτερο εξάμηνο του 2025, μόλις το 29% των μικρομεσαίων πραγματοποίησε επένδυση σε τεχνολογικό εξοπλισμό και ψηφιακές τεχνολογίες, κάτι που σημαίνει ότι το 71% δεν πραγματοποίησε καμία αντίστοιχη επένδυση.
Ακόμη χαμηλότερα είναι τα ποσοστά στον μηχανολογικό εξοπλισμό, όπου επένδυσε μόλις το 20%, ενώ σε κτιριακές εγκαταστάσεις και λοιπό εξοπλισμό το ποσοστό περιορίστηκε στο 12%. Μόλις 9% επένδυσε στην κατάρτιση και εκπαίδευση προσωπικού.
Η δυνατότητα πραγματοποίησης επενδύσεων συνδέεται, σύμφωνα με τη μελέτη, άμεσα με το μέγεθος της επιχείρησης. Στις επιχειρήσεις με ετήσιο τζίρο έως 50.000 ευρώ επένδυσε το 20%, ενώ σε όσες εμφανίζουν τζίρο άνω των 300.000 ευρώ το ποσοστό ανεβαίνει στο 47%. Αντίστοιχα, μόλις το 20% των επιχειρήσεων χωρίς προσωπικό πραγματοποίησε επένδυση, έναντι 46% για όσες απασχολούν περισσότερα από πέντε άτομα.
Οι επενδύσεις γίνονται σχεδόν αποκλειστικά με ίδια κεφάλαια
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα της χρηματοδότησης. Το 89% των μικρομεσαίων κάλυψε το κόστος της επένδυσής του με ίδια κεφάλαια, ενώ μόλις το 5% αξιοποίησε προγράμματα χρηματοδότησης, όπως το ΕΣΠΑ, και μόλις 3% τραπεζικό δανεισμό. Οι εναλλακτικές μορφές χρηματοδότησης, όπως μικροχρηματοδοτήσεις και venture capital, αντιστοιχούν σε μόλις 1,4%.
Μάλιστα, τα στοιχεία του σχετικού διαγράμματος της μελέτης δείχνουν ότι από το 2022 έως το 2026 η εξάρτηση των επιχειρήσεων από τα ίδια κεφάλαια έχει αυξηθεί, παρά το γεγονός ότι η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από οικονομική μεγέθυνση.
Η χρηματοδότηση αναδεικνύεται και από την ποιοτική έρευνα ως το σημαντικότερο εμπόδιο. Οι επιχειρηματίες που συμμετείχαν στις συνεντεύξεις περιέγραψαν δυσκολίες πρόσβασης στον τραπεζικό δανεισμό, αλλά και προβλήματα στη λειτουργία των χρηματοδοτικών προγραμμάτων, από τη γραφειοκρατία έως την ανάγκη προχρηματοδότησης της επένδυσης πριν από την καταβολή της επιδότησης.
Ενεργειακό κόστος: Στο 92% το πρόβλημα για τις ελληνικές επιχειρήσεις
Η πίεση δεν περιορίζεται στη χρηματοδότηση. Στην έρευνα της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων για το 2025, την οποία αξιοποιεί η μελέτη, το 92% των ελληνικών επιχειρήσεων χαρακτηρίζει το ενεργειακό κόστος εμπόδιο για τις επενδύσεις, έναντι 75% στην ΕΕ.
Ακολουθούν η διαθεσιμότητα ειδικευμένου προσωπικού με 91%, η αβεβαιότητα για το μέλλον με 90%, οι ρυθμίσεις για τις επιχειρήσεις με 89% και οι ρυθμίσεις για την εργασία με 82%. Οι υποδομές μεταφορών αποτελούν εμπόδιο για το 75%, η διαθεσιμότητα χρηματοδότησης για το 62%, η ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες για το 57% και οι ψηφιακές υποδομές για το 56%.
Η σύγκριση με την Ευρώπη είναι ενδεικτική: σε επίπεδο ΕΕ πρώτο εμπόδιο είναι η αβεβαιότητα για το μέλλον με 83%, ακολουθούν η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού με 79% και το ενεργειακό κόστος με 75%.
Το επενδυτικό κενό παραμένει
Η μελέτη τοποθετεί τα προβλήματα των ΜΜΕ στο ευρύτερο επενδυτικό τοπίο της ελληνικής οικονομίας. Από το 2021 ο ακαθάριστος σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου υπερβαίνει ξανά τις αποσβέσεις, με αποτέλεσμα το καθαρό κεφαλαιακό απόθεμα να αυξάνεται. Ωστόσο, οι καθαρές επενδύσεις εξακολουθούν να υπολείπονται σημαντικά των επιπέδων πριν από την οικονομική κρίση. Την περίοδο 2021-2024 οι επενδύσεις αντιστοιχούσαν κατά μέσο όρο στο 16% του ΑΕΠ, έναντι 22% την περίοδο 2005-2010.
Για το 2026, η μελέτη αναφέρει πρόβλεψη για επενδύσεις στο 18% του ΑΕΠ, το υψηλότερο ποσοστό μετά το 2009, επισημαίνοντας όμως ότι το επενδυτικό κενό έναντι της Ευρωζώνης εξακολουθεί να υφίσταται.
Παράλληλα, τίθεται ζήτημα και για τη σύνθεση των επενδύσεων. Από τα 41,66 δισ. ευρώ ακαθάριστου σχηματισμού κεφαλαίου το 2025, περίπου 18 δισ. ευρώ ή 43% κατευθύνθηκαν σε κατοικίες και άλλες κατασκευές, ενώ 16,74 δισ. ευρώ ή 40% αφορούσαν μεταφορικό και μηχανολογικό εξοπλισμό.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποκτά το θέμα και ενόψει της νέας τεχνολογικής εποχής. Η Ελλάδα εμφανίζει, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η μελέτη, χαμηλές επιδόσεις στην υιοθέτηση προηγμένων ψηφιακών τεχνολογιών, ενώ μόλις 19% των επιχειρήσεων χρησιμοποιεί γενική τεχνητή νοημοσύνη, έναντι 37% κατά μέσο όρο στην ΕΕ.
Το συμπέρασμα του ενημερωτικού σημειώματος είναι ότι, παρά την ανάκαμψη των συνολικών επενδύσεων στην ελληνική οικονομία, για ένα μεγάλο τμήμα της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας η πραγματοποίηση επενδύσεων εξακολουθεί να αποτελεί δύσκολη υπόθεση. Η περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, το ενεργειακό κόστος, οι υποδομές, το ρυθμιστικό περιβάλλον και η έλλειψη προσωπικού δημιουργούν ένα πολυεπίπεδο επενδυτικό «φρένο», σε μια περίοδο κατά την οποία η τεχνολογική μετάβαση καθιστά την ανανέωση του παραγωγικού εξοπλισμού και τις ψηφιακές επενδύσεις ολοένα πιο κρίσιμες

