Νέους και σαφείς φορολογικούς κανόνες για τις συναλλαγές με κρυπτονομίσματα σχεδιάζει να θεσπίσει το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, βάζοντας τέλος στο θολό τοπίο που επικρατούσε μέχρι σήμερα για τη δήλωση και τη φορολόγηση των κερδών από Bitcoin, Ethereum και άλλα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία.
Το υπό διαμόρφωση νομοσχέδιο προβλέπει φόρο 15% στην υπεραξία, ετήσιο αφορολόγητο όριο 500 ευρώ, δυνατότητα συμψηφισμού ζημιών και ειδικούς κανόνες για κληρονομιές, δωρεές, γονικές παροχές, staking και crypto lending.
Η σχετική ρύθμιση αναμένεται να κατατεθεί στη Βουλή μέχρι το τέλος Ιουλίου, με στόχο να δημιουργηθεί για πρώτη φορά ένα ολοκληρωμένο σύστημα φορολογικής αντιμετώπισης των κρυπτοστοιχείων στην Ελλάδα.
Φόρος 15% μόνο στο πραγματικό κέρδος
Ο φόρος δεν θα επιβάλλεται στο συνολικό ποσό που εισπράττει ο επενδυτής από την πώληση ενός κρυπτονομίσματος, αλλά αποκλειστικά στο καθαρό κέρδος.
Η φορολογητέα υπεραξία θα προκύπτει από τη διαφορά ανάμεσα:
- στην τιμή πώλησης του κρυπτονομίσματος,
- στην τιμή με την οποία αποκτήθηκε,
- και στα έξοδα που συνδέονται με τη συναλλαγή.
Από το κέρδος θα μπορούν να αφαιρούνται προμήθειες ανταλλακτηρίων και άλλα αποδεδειγμένα κόστη συναλλαγής.
Για παράδειγμα, εάν ένας φορολογούμενος αγοράσει Bitcoin έναντι 10.000 ευρώ και το πουλήσει για 13.000 ευρώ, έχοντας πληρώσει συνολικά 100 ευρώ σε προμήθειες, το καθαρό κέρδος θα ανέρχεται σε 2.900 ευρώ.
Αφορολόγητα τα πρώτα 500 ευρώ
Το νέο πλαίσιο προβλέπει ότι τα πρώτα 500 ευρώ ετήσιων καθαρών κερδών από πωλήσεις κρυπτονομισμάτων θα είναι αφορολόγητα.
Η πρόβλεψη αυτή αποσκοπεί στο να μην επιβαρύνονται μικροεπενδυτές και περιστασιακοί χρήστες για συναλλαγές περιορισμένης αξίας.
Εάν, για παράδειγμα, ένας φορολογούμενος εμφανίσει ετήσιο καθαρό κέρδος 2.000 ευρώ, ο φόρος 15% θα υπολογιστεί, σύμφωνα με το προτεινόμενο μοντέλο, στο ποσό που απομένει μετά την εφαρμογή του αφορολόγητου ορίου.
Πότε γεννιέται η φορολογική υποχρέωση
Το κρίσιμο στοιχείο είναι το πότε θεωρείται ότι πραγματοποιείται το κέρδος.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, φορολογικό γεγονός θα προκύπτει όταν το κρυπτονόμισμα:
- πωλείται και μετατρέπεται σε ευρώ ή άλλο επίσημο νόμισμα,
- χρησιμοποιείται για την αγορά προϊόντων,
- χρησιμοποιείται για την πληρωμή υπηρεσιών,
- ή μεταβιβάζεται με τρόπο που οδηγεί σε οικονομικό όφελος.
Αντίθετα, η απλή ανταλλαγή ενός κρυπτονομίσματος με άλλο, όπως η μετατροπή Bitcoin σε Ethereum, δεν αναμένεται να δημιουργεί άμεσα φόρο υπεραξίας.
Η φορολόγηση θα μεταφέρεται στη χρονική στιγμή κατά την οποία το ψηφιακό περιουσιακό στοιχείο θα μετατρέπεται σε συμβατικό νόμισμα ή θα χρησιμοποιείται για κάποια αγορά.
Συμψηφισμός ζημιών για πέντε χρόνια
Σημαντική αλλαγή αποτελεί η δυνατότητα μεταφοράς και συμψηφισμού των ζημιών.
Εάν ένας επενδυτής πουλήσει κρυπτονομίσματα με ζημία, το αρνητικό αποτέλεσμα θα μπορεί να μεταφέρεται και να συμψηφίζεται με μελλοντικά κέρδη από αντίστοιχες συναλλαγές για διάστημα έως πέντε φορολογικών ετών.
Με τον τρόπο αυτό, ο φόρος θα υπολογίζεται στη συνολική πραγματική οικονομική απόδοση του επενδυτή και όχι αποσπασματικά σε κάθε κερδοφόρα συναλλαγή.
Για να αναγνωριστεί, πάντως, η ζημία θα πρέπει να αποδεικνύεται με επίσημα στοιχεία από ανταλλακτήρια, τραπεζικούς λογαριασμούς και ψηφιακά πορτοφόλια.
Τι θα ισχύει για staking και crypto lending
Ειδικές ρυθμίσεις προβλέπονται για τα κρυπτονομίσματα που αποκτώνται μέσω:
- staking,
- crypto lending,
- rewards,
- και άλλων αντίστοιχων διαδικασιών.
Σύμφωνα με το υπό επεξεργασία πλαίσιο, η φορολογική υποχρέωση δεν θα γεννιέται κατά τη στιγμή που ο φορολογούμενος λαμβάνει τα κρυπτοστοιχεία, αλλά όταν προχωρεί στην πώληση ή στην αξιοποίησή τους.
Ως τιμή κτήσης ενδέχεται να θεωρείται το μηδέν, εφόσον ο φορολογούμενος δεν μπορεί να αποδείξει ότι κατέβαλε πραγματικό κόστος για την απόκτησή τους.
Αυτό σημαίνει ότι στην πώληση μπορεί να φορολογείται σχεδόν ολόκληρη η αξία του συγκεκριμένου κρυπτονομίσματος.
Κληρονομιές, δωρεές και γονικές παροχές
Για πρώτη φορά τα κρυπτονομίσματα αναμένεται να ενταχθούν ρητά στο φορολογικό καθεστώς που ισχύει για:
- κληρονομιές,
- δωρεές,
- γονικές παροχές.
Ως τιμή κτήσης για τον νέο κάτοχο θα λαμβάνεται η αξία που δηλώθηκε και χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό του αντίστοιχου φόρου.
Έτσι, όταν ο δικαιούχος πουλήσει μελλοντικά τα κρυπτονομίσματα, η συγκεκριμένη αξία θα αποτελεί τη βάση για τον υπολογισμό της υπεραξίας.
Τα crypto θα καλύπτουν τεκμήρια
Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η πρόβλεψη για τη χρήση των νόμιμα δηλωμένων εσόδων από κρυπτονομίσματα στη δικαιολόγηση της προέλευσης χρημάτων.
Τα ποσά από πωλήσεις crypto θα μπορούν, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν δηλωθεί και φορολογηθεί νόμιμα, να χρησιμοποιούνται για:
- την αγορά ακινήτου,
- την αγορά αυτοκινήτου,
- τη συμμετοχή σε εταιρεία,
- την κάλυψη τεκμηρίων διαβίωσης,
- άλλες επενδυτικές κινήσεις.
Με τον τρόπο αυτό επιχειρείται να αντιμετωπιστεί ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετώπιζαν μέχρι σήμερα οι επενδυτές: την αδυναμία να αποδείξουν εύκολα στην Εφορία ότι τα χρήματα που μεταφέρονταν από ανταλλακτήρια σε τραπεζικούς λογαριασμούς προέρχονταν από νόμιμες επενδύσεις.
Αναδρομική εφαρμογή από το 2025
Οι προωθούμενες διατάξεις εξετάζεται να έχουν ισχύ για συναλλαγές που έχουν πραγματοποιηθεί από την 1η Ιανουαρίου 2025.
Αυτό σημαίνει ότι οι επενδυτές θα πρέπει να διατηρούν αναλυτικά στοιχεία για όλες τις συναλλαγές που πραγματοποίησαν από το 2025 και μετά.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται, πάντως, ως προς το έτος της πρώτης δήλωσης των συγκεκριμένων κερδών. Η τελική διαδικασία, οι κωδικοί της φορολογικής δήλωσης και το ακριβές χρονοδιάγραμμα θα καθοριστούν μετά την ψήφιση του νόμου και την έκδοση των εφαρμοστικών αποφάσεων της ΑΑΔΕ.
Ποια δικαιολογητικά πρέπει να κρατούν οι επενδυτές
Οι φορολογούμενοι θα πρέπει να είναι σε θέση να τεκμηριώνουν:
- την ημερομηνία αγοράς κάθε κρυπτονομίσματος,
- την αρχική τιμή κτήσης,
- την ημερομηνία και την αξία πώλησης,
- τις προμήθειες των συναλλαγών,
- τις καταθέσεις και τις αναλήψεις χρημάτων,
- τις μεταφορές μεταξύ διαφορετικών ψηφιακών πορτοφολιών,
- την προέλευση κρυπτοστοιχείων από staking ή άλλες ανταμοιβές.
Χωρίς επαρκή δικαιολογητικά, η φορολογική διοίκηση ενδέχεται να μην αναγνωρίζει την αρχική αξία αγοράς ή τα έξοδα, με αποτέλεσμα να προκύπτει μεγαλύτερο φορολογητέο κέρδος.
Τέλος στο φορολογικό «γκρίζο τοπίο»
Το νέο πλαίσιο επιχειρεί να εντάξει την αγορά των crypto στους συνηθισμένους φορολογικούς κανόνες, αντιμετωπίζοντας τα κέρδη ως εισόδημα από υπεραξία κεφαλαίου.
Για τους επενδυτές, η καθιέρωση συγκεκριμένου συντελεστή και αφορολόγητου ορίου προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου. Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργεί αυξημένες υποχρεώσεις καταγραφής και τεκμηρίωσης των συναλλαγών.
Το βασικό μήνυμα είναι ότι τα κρυπτονομίσματα παύουν πλέον να αποτελούν μια ουσιαστικά αόρατη δραστηριότητα για την Εφορία. Όσοι επενδύουν σε ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία θα πρέπει να τηρούν πλήρες ιστορικό συναλλαγών, ώστε να μπορούν να δικαιολογήσουν τόσο τα κέρδη όσο και την προέλευση των κεφαλαίων τους.

