Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, σε συνέντευξή του στο podcast «Today’s Battlegrounds» του H.R. McMaster, παρουσίασε το κυβερνητικό του αποτύπωμα στην οικονομία, τη δημόσια διοίκηση και την εξωτερική πολιτική, υπογραμμίζοντας ότι η Ελλάδα έχει αφήσει οριστικά πίσω της την περίοδο της κρίσης και έχει εισέλθει σε τροχιά σταθερής ανάπτυξης και μεταρρυθμίσεων. Παράλληλα, αναφέρθηκε στις προκλήσεις της μετανάστευσης, στην ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας και άμυνας, στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, καθώς και στον ρόλο της Ελλάδας στο διεθνές περιβάλλον, τονίζοντας τη σημασία των ισχυρών συμμαχιών, της δημοσιονομικής πειθαρχίας και της διατήρησης μιας σταθερής στρατηγικής πορείας για τη χώρα.
Ο πρωθυπουργός ανέφερε ότι όταν η κυβέρνησή του ανέλαβε τη διακυβέρνηση το 2019, η Ελλάδα εξακολουθούσε να φέρει το βάρος της βαθιάς οικονομικής κρίσης, η οποία είχε οδηγήσει σε πρωτοφανή συρρίκνωση του ΑΕΠ, σε προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής και σε κίνδυνο εξόδου από την ευρωζώνη. Τόνισε ότι βασικός στόχος υπήρξε η επαναφορά της χώρας σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης, με παράλληλη διασφάλιση της δημοσιονομικής σταθερότητας και αποφυγή νέων μακροοικονομικών ανισορροπιών. Δήλωσε ότι η Ελλάδα ακολούθησε πορεία δημοσιονομικής πειθαρχίας και ανάπτυξης, μειώνοντας το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ με ταχείς ρυθμούς, επιτυγχάνοντας πρωτογενή πλεονάσματα, δημιουργώντας σχεδόν 600.000 νέες θέσεις εργασίας, μειώνοντας σημαντικά την ανεργία και αυξάνοντας τις επενδύσεις. Υπογράμμισε ότι η ανάπτυξη στηρίχθηκε τόσο σε ξένες όσο και σε εγχώριες επενδύσεις και ότι η μεγάλη πρόκληση παρέμεινε η πραγματική σύγκλιση των εισοδημάτων και του βιοτικού επιπέδου με την υπόλοιπη Ευρώπη. Πρόσθεσε ότι η αποκατάσταση της αξιολαϊκιστικών πολιτικών αποτέλεσαν κρίσιμες προϋποθέσεις για τη σταθερή πορεία της οικονομίας.
Αναφερόμενος στη δημόσια διοίκηση, είπε ότι η κυβέρνησή του αναμόρφωσε τον τρόπο λειτουργίας του κράτους, ενίσχυσε τον συντονισμό και τη λογοδοσία μεταξύ των υπουργείων και καθιέρωσε σαφείς στόχους και μηχανισμούς παρακολούθησης. Τόνισε ότι ο ψηφιακός μετασχηματισμός υπήρξε καθοριστικός, με το gov.gr να λειτουργεί ως ενιαία πύλη εξυπηρέτησης των πολιτών, μειώνοντας τη γραφειοκρατία, εξοικονομώντας πόρους και περιορίζοντας εστίες διαφθοράς. Ανέφερε ότι η χώρα προχώρησε σε εκτεταμένη ψηφιοποίηση υπηρεσιών, όπως οι ψηφιακές ταυτότητες και οι ηλεκτρονικές υπηρεσίες υγείας. Παράλληλα, σημείωσε ότι προωθήθηκαν μεταρρυθμίσεις στο σύστημα αγροτικών επιδοτήσεων ώστε να διασφαλιστεί η ορθή κατανομή των ευρωπαϊκών πόρων στους πραγματικούς δικαιούχους. Επισήμανε ακόμη ότι η αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, μέσω της χρήσης τεχνητής νοημοσύνης και ηλεκτρονικών πληρωμών, απέφερε σημαντικά έσοδα στο Δημόσιο, ενίσχυσε τα πρωτογενή πλεονάσματα και επέτρεψε την εφαρμογή πιο στοχευμένων κοινωνικών πολιτικών. Υποστήριξε ότι οι μεταρρυθμίσεις άλλαξαν τη σχέση κράτους και πολιτών, καλλιεργώντας μεγαλύτερο σεβασμό προς τον πολίτη και περιορίζοντας τα φαινόμενα γραφειοκρατίας.
Για το μεταναστευτικό, ο πρωθυπουργός δήλωσε ότι η άνοδος του λαϊκισμού στην Ευρώπη συνδέθηκε σε μεγάλο βαθμό με την παράτυπη μετανάστευση και ότι η Ευρώπη δεν είχε αναγνωρίσει εγκαίρως την πραγματική έκταση του προβλήματος. Τόνισε ότι η Ελλάδα ακολούθησε από την αρχή μια αυστηρή αλλά δίκαιη πολιτική, ιδιαίτερα μετά τα γεγονότα του 2020 στα ελληνοτουρκικά σύνορα, όταν, όπως είπε, επιχειρήθηκε η εργαλειοποίηση μεταναστευτικών ροών. Ανέφερε ότι η χώρα ενίσχυσε τη φύλαξη των συνόρων της, κατασκεύασε φράχτη στον Έβρο και βελτίωσε την επιτήρηση των θαλάσσιων συνόρων, ενώ παράλληλα η ελληνική ακτοφυλακή διέσωσε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Υπογράμμισε ότι όσοι δεν δικαιούνται άσυλο έπρεπε να επιστρέφουν στις χώρες προέλευσής τους και ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση υιοθέτησε πλέον μια προσέγγιση πιο κοντά στις ελληνικές θέσεις, δίνοντας έμφαση στις επιστροφές και στην προστασία των εξωτερικών συνόρων. Παράλληλα, τόνισε ότι η αυστηρή αντιμετώπιση της παράτυπης μετανάστευσης πρέπει να συνοδεύεται από οργανωμένες πολιτικές νόμιμης μετανάστευσης, καθώς η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει ελλείψεις εργατικού δυναμικού. Αναφέρθηκε επίσης στις μεταναστευτικές ροές από τη Λιβύη προς την Κρήτη και σημείωσε ότι η Ελλάδα συνεργάζεται με τις λιβυκές αρχές για την αντιμετώπιση του προβλήματος.
Σχετικά με την ανταγωνιστικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανέφερε ότι η Ευρώπη αντιμετώπισε τα τελευταία χρόνια σταδιακή υποχώρηση της ανταγωνιστικότητάς της και ότι η υπερβολική ρύθμιση αποτέλεσε σημαντικό εμπόδιο για την ανάπτυξη και την καινοτομία. Υποστήριξε ότι πρέπει να ενισχυθεί η πραγματική λειτουργία της ενιαίας αγοράς, να αρθούν διοικητικά εμπόδια μεταξύ των κρατών-μελών και να δημιουργηθούν συνθήκες που θα διευκόλυναν τη δραστηριοποίηση των επιχειρήσεων σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Επισήμανε την ανάγκη δημιουργίας ενός ενιαίου ευρωπαϊκού πλαισίου για νεοφυείς επιχειρήσεις, τη μείωση του ενεργειακού κόστους και την ενίσχυση της ευρωπαϊκής μεταποίησης απέναντι στον αθέμιτο διεθνή ανταγωνισμό. Δήλωσε ότι οι δύο βασικές προτεραιότητες της Ευρώπης είναι η ανταγωνιστικότητα και η άμυνα και υπογράμμισε την ανάγκη κινητοποίησης ιδιωτικών κεφαλαίων και δημιουργίας μιας ολοκληρωμένης ευρωπαϊκής ένωσης κεφαλαιαγορών.
Αναφερόμενος στις διατλαντικές σχέσεις, τόνισε ότι η συνεργασία Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρώπης αποτέλεσε θεμέλιο της διεθνούς τάξης που βασίζεται σε κανόνες και συνέβαλε στη σταθερότητα και την ανάπτυξη και των δύο πλευρών. Δήλωσε ότι, παρά τις σημερινές εντάσεις, υπάρχουν σημαντικά περιθώρια αμοιβαία επωφελούς συνεργασίας στο εμπόριο, στην τεχνολογία, στην άμυνα και στην αντιμετώπιση παγκόσμιων προκλήσεων. Ανέφερε ότι οι αμερικανικές εταιρείες πρέπει να σέβονται τις ευρωπαϊκές προτεραιότητες σε θέματα προστασίας των ανηλίκων και των προσωπικών δεδομένων. Στο πεδίο της άμυνας, σημείωσε ότι η Ευρώπη οφείλει να αναλάβει μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για την ασφάλειά της, ενώ η ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής ικανότητας θα λειτουργεί συμπληρωματικά προς το ΝΑΤΟ. Τόνισε επίσης ότι η Δύση πρέπει να αντιμετωπίσει με σοβαρότητα τις οικονομικές πρακτικές της Κίνας, οι οποίες, όπως είπε, απειλούν τη βιομηχανική βάση πολλών χωρών. Κατέληξε λέγοντας ότι υποστηρίζει το ελεύθερο εμπόριο, αλλά μόνο υπό συνθήκες δίκαιου
Ο πρωθυπουργός ανέφερε ότι η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία αποτέλεσε σημείο καμπής για την Ευρώπη, καθώς επανέφερε τον πόλεμο στην ευρωπαϊκή ήπειρο και υπενθύμισε τη θεμελιώδη αρχή ότι τα διεθνή σύνορα δεν μπορούν να αλλάζουν με τη βία. Τόνισε ότι η Ευρώπη και οι Ηνωμένες Πολιτείες στήριξαν δικαίως την Ουκρανία, προκειμένου να αποτραπεί η επικράτηση της λογικής του ισχυρού έναντι του αδύναμου. Υπογράμμισε ότι η δυνατότητα της Ουκρανίας να αμύνεται αποτελεσματικά, με τη βοήθεια στρατιωτικής και οικονομικής υποστήριξης από τους συμμάχους της, έστειλε ένα σαφές μήνυμα προς κάθε επίδοξο επιτιθέμενο και κατέστησε εμφανές το υψηλό κόστος που είχε ο πόλεμος για τη Ρωσία.
Παράλληλα, δήλωσε ότι οι εξελίξεις στην Ουκρανία υποχρέωσαν την Ευρώπη να αντιμετωπίσει πιο σοβαρά το ζήτημα της ασφάλειάς της, όχι μόνο σε σχέση με τη Ρωσία, αλλά και με τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και την Αφρική. Επισήμανε ότι κρίσεις όπως ο πόλεμος και η ανθρωπιστική καταστροφή στο Σουδάν έχουν άμεσες συνέπειες για την Ευρώπη, κυρίως μέσω μεταναστευτικών ροών. Τόνισε ότι η Ευρώπη οφείλει να αναπτύξει τις δικές της δυνατότητες άσκησης ισχύος, ώστε να μπορεί να προστατεύει τα συμφέροντά της και να παρεμβαίνει όταν απαιτείται. Ανέφερε ως παράδειγμα τη συμμετοχή ευρωπαϊκών χωρών, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, στις επιχειρήσεις προστασίας της ναυσιπλοΐας στην Ερυθρά Θάλασσα και υποστήριξε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να είναι έτοιμη να αναλάβει ενεργότερο ρόλο σε μελλοντικές αποστολές ασφάλειας και σταθερότητας. Υπογράμμισε ακόμη ότι η ασφάλεια αποτελεί κοινό ευρωπαϊκό αγαθό και ότι απαιτεί τόσο εθνικούς όσο και ευρωπαϊκούς πόρους για τη χρηματοδότηση κοινών αμυντικών έργων.
Αναφερόμενος στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, ο πρωθυπουργός δήλωσε ότι είναι διαχρονικά σύνθετες, αλλά υποστήριξε ότι η Ελλάδα επιδίωξε μια λειτουργική και εποικοδομητική σχέση με την Τουρκία. Τόνισε ότι οι δύο χώρες είναι καταδικασμένες από τη γεωγραφία να συνυπάρχουν, ωστόσο σημείωσε ότι η Τουρκία λειτούργησε τα τελευταία χρόνια ως αναθεωρητική δύναμη, ιδιαίτερα ως προς τις θαλάσσιες διεκδικήσεις της. Υπογράμμισε ότι η ελληνική κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο και τις διεθνείς συνθήκες και δεν μπορούν να τεθούν υπό αμφισβήτηση. Δήλωσε ότι η μοναδική διαφορά που αναγνωρίζει η Ελλάδα με την Τουρκία αφορά την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, ενώ χαρακτήρισε κάθε άλλη τουρκική αξίωση αβάσιμη και μη αποδεκτή προς διαπραγμάτευση.
Ανέφερε ότι διατηρεί λειτουργική και καλή σχέση με τον Πρόεδρο Ερντογάν και ότι τα τελευταία δύο έως τρία χρόνια καταγράφηκε αποκλιμάκωση των εντάσεων, παρά τις κατά καιρούς εξάρσεις στη ρητορική και τη δραστηριότητα της Τουρκίας. Ταυτόχρονα, τόνισε ότι η Ελλάδα ενίσχυσε συστηματικά τις Ένοπλες Δυνάμεις της, επένδυσε στην αποτρεπτική της ισχύ και επιδίωξε τη διατήρηση ποιοτικής στρατιωτικής υπεροχής. Υπογράμμισε επίσης τη σημασία των ισχυρών διεθνών συμμαχιών, τόσο μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και μέσω των στενών σχέσεων με το Ισραήλ και τις χώρες του Κόλπου. Συνοψίζοντας τη στρατηγική του, δήλωσε ότι αυτή βασίστηκε σε μια ισχυρή οικονομία, ισχυρή άμυνα, ισχυρές συμμαχίες και παράλληλα σε διάθεση συνεργασίας με την Τουρκία, πάντοτε όμως με σαφείς κόκκινες γραμμές.
Για τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις, ο πρωθυπουργός τόνισε ότι βρίσκονται στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων ετών και ότι στηρίζονται σε δύο βασικούς πυλώνες: την ισχυρή ελληνοαμερικανική κοινότητα και τα κοινά στρατηγικά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο. Υπογράμμισε ότι η Ελλάδα απολαμβάνει διακομματική υποστήριξη στις Ηνωμένες Πολιτείες και ότι οι διμερείς σχέσεις υπερβαίνουν τις εκάστοτε κυβερνήσεις. Ανέφερε ότι υπάρχουν σημαντικές δυνατότητες περαιτέρω συνεργασίας στους τομείς της ενέργειας, της ναυτιλίας, των επενδύσεων και των μεγάλων διασυνδετικών έργων, όπως ο οικονομικός διάδρομος Ινδίας – Μέσης Ανατολής – Ευρώπης. Σημείωσε επίσης ότι η Ελλάδα μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο ως πύλη εισόδου αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου προς την Ευρώπη.
Παράλληλα, ανέφερε ότι η κυβέρνηση καθιέρωσε για πρώτη φορά την επιστολική ψήφο, δίνοντας τη δυνατότητα στους Έλληνες του εξωτερικού να συμμετέχουν ευκολότερα στις εκλογές. Υπογράμμισε τους ιστορικούς δεσμούς Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών, σημειώνοντας ότι οι ιδρυτές των δύο χωρών αλληλοεπηρεάστηκαν ιδεολογικά, ενώ υπενθύμισε τη συνεργασία τους σε πολέμους και την αμερικανική συμβολή στην ανασυγκρότηση της Ελλάδας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο.
Αναφερόμενος στην προσωπική του διαδρομή, δήλωσε ότι, παρότι προέρχεται από πολιτική οικογένεια, αρχικά επέλεξε να ακολουθήσει επαγγελματική πορεία στον ιδιωτικό τομέα και στον χώρο των επενδύσεων, αποστασιοποιημένος από την πολιτική. Ανέφερε ότι αργότερα συνειδητοποίησε πως η απλή διατύπωση απόψεων δεν αρκούσε για να αλλάξει η χώρα και αποφάσισε να εμπλακεί ενεργά στην πολιτική. Τόνισε ότι διεκδίκησε την ηγεσία του κόμματός του ως αουτσάιντερ, κατάφερε να εκλεγεί, ανανέωσε το κόμμα και διεύρυνε την εκλογική του βάση με κεντρικό στόχο τον εκσυγχρονισμό και τις μεταρρυθμίσεις.
Υπογράμμισε ότι θα επιδιώξει τρίτη κυβερνητική θητεία επειδή θεωρεί πως υπάρχει ακόμη σημαντικό έργο να ολοκληρωθεί και επειδή θα ήθελε να διασφαλίσει ότι οι αλλαγές που υλοποιήθηκαν θα είναι μη αναστρέψιμες. Αναγνώρισε ότι η χώρα συνεχίζει να αντιμετωπίζει προκλήσεις, όπως το υψηλό κόστος ζωής και την ανάγκη για περαιτέρω μεταρρυθμίσεις, αλλά εκτίμησε ότι έχουν γίνει οι σωστές επιλογές στα μεγάλα ζητήματα της οικονομίας, της άμυνας και της ψηφιοποίησης του κράτους. Κλείνοντας, τόνισε ότι η ηγεσία απαιτεί διάθεση για αλλαγές, ανάληψη ευθύνης και συνεχή λήψη αποφάσεων, υπογραμμίζοντας ότι το μεγαλύτερο λάθος για έναν ηγέτη δεν είναι να πάρει μια λανθασμένη απόφαση, αλλά να αποφεύγει να αποφασίζει.

