Η αγορά επιχειρηματικού δανεισμού μπαίνει σε νέα φάση, καθώς το κόστος της μικρότερης χρηματοδότησης παραμένει υψηλότερο και τα νέα εργαλεία της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας καλούνται να δώσουν απάντηση. Στόχος είναι να κινητοποιηθούν έως 5 δισ. ευρώ, με επίκεντρο τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τα νέα δάνεια που αναμένονται από το 2027.
Το ακριβότερο χρήμα για τα μικρά δάνεια
Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν ότι τον Ιούλιο το μέσο επιτόκιο των νέων δανείων έως 250.000 ευρώ διαμορφώθηκε στο 5,07%. Την ίδια στιγμή, στα δάνεια άνω του 1 εκατ. ευρώ υποχώρησε στο 4,14%. Η διαφορά φτάνει τις 0,93 ποσοστιαίες μονάδες και αποτυπώνει με σαφήνεια ότι η μικρότερη χρηματοδότηση κοστίζει περισσότερο από τη μεγαλύτερη.
Η εικόνα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες στρέφονται συχνότερα σε δάνεια αυτής της κλίμακας. Το δεδομένο είναι ότι, με βάση τα στοιχεία του Ιουλίου, όποιος αναζητούσε χρηματοδότηση έως 250.000 ευρώ βρισκόταν αντιμέτωπος με υψηλότερο μέσο επιτόκιο σε σχέση με όσους δανείζονταν πάνω από 1 εκατ. ευρώ.
Η επίδραση της ΕΚΤ
Το περιβάλλον, ωστόσο, άλλαξε μετά τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν για τον Ιούλιο. Στις 10 Σεπτεμβρίου η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προχώρησε σε αύξηση των βασικών επιτοκίων κατά 0,25 ποσοστιαίες μονάδες, με αποτέλεσμα το επιτόκιο καταθέσεων να ανέλθει στο 2,50%.
Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δεν αποτυπώνουν ακόμη αυτή την εξέλιξη στο κόστος των νέων επιχειρηματικών δανείων, καθώς προηγούνται της απόφασης. Η αύξηση της ΕΚΤ δεν περνά μηχανικά και στο ίδιο ύψος σε κάθε σύμβαση. Η τελική επίδραση εξαρτάται από την τιμολόγηση της κάθε τράπεζας, αλλά και από το αν ένα δάνειο είναι σταθερού ή κυμαινόμενου επιτοκίου.
Πόροι 1,5 δισ. ευρώ για τις ΜμΕ
Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις προβλέπονται πόροι 1,5 δισ. ευρώ μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας. Με τη συμμετοχή των εμπορικών τραπεζών, ο σχεδιασμός προβλέπει ότι μπορούν να κινητοποιηθούν έως 5 δισ. ευρώ σε νέα δάνεια και επενδύσεις.
Σύμφωνα με τον δημοσιοποιημένο σχεδιασμό, τα 1,1 δισ. ευρώ θα κατευθυνθούν σε εργαλείο δανειοδότησης και τα 400 εκατ. ευρώ σε εργαλείο εγγυοδοσίας. Η διάκριση των δύο μηχανισμών είναι κρίσιμη, καθώς απαντούν σε διαφορετικές ανάγκες της αγοράς και επιχειρούν να μειώσουν διαφορετικά εμπόδια στη χρηματοδότηση.
Τι επιδιώκει η δανειοδότηση
Το εργαλείο της συγχρηματοδότησης μπορεί να περιορίσει το κόστος του δανείου για την επιχείρηση. Όταν μέρος της χρηματοδότησης προέρχεται από το εργαλείο με ευνοϊκότερους όρους, το συνολικό βάρος μπορεί να γίνει πιο διαχειρίσιμο, ειδικά για επιχειρήσεις που αναζητούν κεφάλαιο αλλά αντιμετωπίζουν υψηλό επιτόκιο στην τραπεζική αγορά.
Από την άλλη πλευρά, η εγγυοδοσία καλύπτει μέρος του κινδύνου που αναλαμβάνει η τράπεζα. Αυτό μπορεί να διευκολύνει την έγκριση μιας αίτησης, ιδιαίτερα όταν οι απαιτήσεις για εξασφαλίσεις λειτουργούν ανασταλτικά. Για πολλές επιχειρήσεις, ο συνδυασμός των δύο εργαλείων είναι αυτό που μπορεί να κάνει τη διαφορά ανάμεσα στην απόρριψη και τη χρηματοδότηση.
Το βάρος των τελικών όρων
Παρά τον σχεδιασμό, το εύρος της παρέμβασης θα εξαρτηθεί από τους τελικούς όρους. Κρίσιμο παραμένει ποιο μέρος του δανείου θα δοθεί με ευνοϊκότερους όρους, με ποιον τρόπο θα τιμολογηθεί το τραπεζικό σκέλος και ποιες επιχειρήσεις θα πληρούν τα κριτήρια συμμετοχής.
Σε αυτό το πλαίσιο, η παρέμβαση της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας δεν αξιολογείται μόνο ως προς το αν θα κινητοποιήσει τα 5 δισ. ευρώ. Το ουσιαστικό ζητούμενο είναι αν θα μπορέσει να μειώσει το κόστος δανεισμού εκεί όπου σήμερα είναι υψηλότερο, δηλαδή κυρίως στις μικρότερες χρηματοδοτήσεις.

