Στα 950 ευρώ μεικτά προβλέπεται να διαμορφωθεί ο κατώτατος μισθός έως το 2027, από τα 920 ευρώ που ισχύουν σήμερα, ενώ κυβερνητικός στόχος είναι ο μέσος μεικτός μισθός στον ιδιωτικό τομέα να φτάσει τα 1.500 ευρώ. Ωστόσο, οι πραγματικές αποδοχές εξακολουθούν να πιέζονται, καθώς η άνοδος του κόστους ζωής απορροφά μεγάλο μέρος των μισθολογικών αυξήσεων.
Όπως επισημαίνει το ΙΝΕ ΓΣΕΕ, η οικονομική ανάπτυξη δεν έχει οδηγήσει σε ουσιαστική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και των συνθηκών εργασίας. Παρά τη θετική πορεία ορισμένων οικονομικών δεικτών, η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων αντιστοιχεί μόλις στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ το πραγματικό εισόδημα των εργαζομένων παραμένει χαμηλότερο από τα επίπεδα πριν από την οικονομική κρίση.
Σύμφωνα με τον κυβερνητικό σχεδιασμό, ο κατώτατος μισθός αναμένεται να αυξηθεί στα 950 ευρώ την 1η Απριλίου 2027, χωρίς να αποκλείεται η εφαρμογή της αύξησης νωρίτερα ή ακόμη και μεγαλύτερη αναπροσαρμογή.
Υπενθυμίζεται ότι από την 1η Απριλίου 2026 ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε στα 920 ευρώ, σημειώνοντας άνοδο 4,55% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Παράλληλα, από την 1η Ιανουαρίου 2027 οι τριετίες αναμένεται να αυξήσουν κατά 10% τις κατώτατες αποδοχές χιλιάδων εργαζομένων, καθώς συμπληρώνεται η πρώτη τριετής περίοδος μετά το «ξεπάγωμα» των μισθολογικών ωριμάνσεων.
Έτσι, εργαζόμενος χωρίς οικογενειακές υποχρεώσεις που προσλήφθηκε για πρώτη φορά την 1η Ιανουαρίου 2024 θα δει τον κατώτατο μισθό του να αυξάνεται αυτόματα κατά 92 ευρώ, φτάνοντας τα 1.012 ευρώ από τις αρχές του 2027.
Την ίδια στιγμή, η επίτευξη του στόχου για μέσο μεικτό μισθό 1.500 ευρώ στον ιδιωτικό τομέα θεωρείται ιδιαίτερα απαιτητική. Από τα 1.362 ευρώ μεικτά του 2025 θα χρειαστούν αυξήσεις σημαντικά υψηλότερες από τον πληθωρισμό, ώστε να ενισχυθεί ουσιαστικά το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων.
Καθοριστικό ρόλο προς αυτή την κατεύθυνση εκτιμάται ότι θα διαδραματίσει η ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, οι οποίες βελτιώνουν όχι μόνο τους μισθούς αλλά και τις παροχές και τα επιδόματα. Στόχος είναι η κάλυψη των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις να προσεγγίσει το 80%, από περίπου 30% που εκτιμάται σήμερα.
Ήδη περισσότεροι από 400.000 εργαζόμενοι καλύπτονται από νέες συλλογικές συμβάσεις σε κλάδους όπως ο τουρισμός, η εστίαση, η αρτοποιία, η βιομηχανία ζαχαρωδών και οι τεχνολόγοι και επιστήμονες τροφίμων.
Παράλληλα, επιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι οι ασφαλιστικές εισφορές και η φορολογία περιορίζουν αισθητά τον καθαρό μισθό, ενώ ο υψηλός πληθωρισμός συνεχίζει να μειώνει την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων.
Τα στοιχεία καταγράφουν ότι οι πραγματικοί μισθοί παραμένουν πιεσμένοι. Ο μέσος πραγματικός ετήσιος μισθός αυξήθηκε μόλις κατά 0,3% την περίοδο 2019-2025, ενώ εξακολουθεί να βρίσκεται χαμηλότερα από τα επίπεδα του 2021. Την ίδια ώρα, σε κλάδους όπως η εκπαίδευση, η δημόσια υγεία, η κοινωνική μέριμνα, η εστίαση και το εμπόριο, τα πραγματικά ωρομίσθια εξακολουθούν να υπολείπονται εκείνων του 2009.
Παρά την αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ το 2025, το κατά κεφαλήν εισόδημα εξακολουθεί να βρίσκεται αισθητά κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ ο μέσος μισθός στον ιδιωτικό τομέα αυξήθηκε μόλις κατά 1,5%, χωρίς να αποκαταστήσει τις απώλειες στην αγοραστική δύναμη των εργαζομένων.

