Σημαντικές αλλαγές έχουν αρχίσει να διαμορφώνουν ένα νέο τοπίο στην αγορά εργασίας, επηρεάζοντας τόσο τα καθαρά χρήματα που φτάνουν στην τσέπη των εργαζομένων όσο και το κόστος που αναλαμβάνουν οι επιχειρήσεις.Ασφαλιστικές εισφορές, υπερωρίες, ωράρια και τριετίες μπαίνουν στην ίδια εξίσωση, ενώ το 2027 αναμένεται να αποτελέσει κομβικό έτος για τις αποδοχές χιλιάδων μισθωτών.
Ο κατώτατος μισθός βρίσκεται σήμερα στα 920 ευρώ μεικτά, όμως η επόμενη αύξησή του, η συμπλήρωση των πρώτων νέων τριετιών και η προγραμματισμένη μείωση των εισφορών δημιουργούν νέα δεδομένα.
Μείωση εισφορών και περισσότερα καθαρά
Μία από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις αφορά τις ασφαλιστικές εισφορές.Η σχεδιαζόμενη νέα μείωσή τους κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα από το 2027 αναμένεται να μειώσει το μη μισθολογικό κόστος της εργασίας και να επηρεάσει θετικά τις καθαρές αποδοχές.Το ακριβές όφελος για κάθε εργαζόμενο θα εξαρτηθεί από τον τρόπο επιμερισμού και το ύψος των αποδοχών του.
Σήμερα, μόνο για την κύρια σύνταξη, η εισφορά είναι 20% επί των ασφαλιστέων αποδοχών: 6,67% επιβαρύνει τον εργαζόμενο και 13,33% τον εργοδότη.
Υπερωρίες χωρίς εισφορές στην προσαύξηση
Μια σημαντική αλλαγή έχει ήδη εφαρμοστεί στις πρόσθετες αμοιβές.Από την 1η Νοεμβρίου 2025, οι προσαυξήσεις που καταβάλλονται για νυχτερινή εργασία, υπερεργασία, υπερωρία, Κυριακές και αργίες στους εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης απαλλάσσονται από ασφαλιστικές εισφορές.
Προσοχή: η απαλλαγή αφορά την προσαύξηση και όχι ολόκληρη την κανονική αμοιβή της ώρας.Στην πράξη, η παρέμβαση περιορίζει τις κρατήσεις πάνω στην πρόσθετη αμοιβή και ταυτόχρονα μειώνει την αντίστοιχη εργοδοτική επιβάρυνση.
Τι πληρώνεται ως υπερεργασία και υπερωρία
Στο πενθήμερο, η εργασία από την 41η έως την 45η ώρα εβδομαδιαίως θεωρείται υπερεργασία και αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 20%.Πέρα από τις 45 ώρες την εβδομάδα στο πενθήμερο, η απασχόληση θεωρείται υπερωριακή.Η νόμιμη υπερωρία αμείβεται με προσαύξηση 40%, ενώ το ανώτατο όριο έχει διαμορφωθεί στις 150 ώρες ετησίως και έως τέσσερις ώρες ημερησίως.Οι αλλαγές αυτές αποκτούν μεγαλύτερη οικονομική σημασία σε κλάδους όπου οι υπερωρίες αποτελούν σημαντικό μέρος του πραγματικού μηνιαίου εισοδήματος.
Το 2027 έρχονται οι νέες τριετίες
Η μεγαλύτερη αλλαγή για πολλούς χαμηλόμισθους θα αρχίσει να γίνεται ορατή από το 2027.Οι τριετίες είχαν «ξεπαγώσει» την 1η Ιανουαρίου 2024. Αυτό σημαίνει ότι εργαζόμενοι που ξεκίνησαν τότε να συγκεντρώνουν προϋπηρεσία από μηδενική βάση αρχίζουν το 2027 να συμπληρώνουν τα πρώτα τρία χρόνια.
Για τους υπαλλήλους που αμείβονται με τον νομοθετημένο κατώτατο, κάθε τριετία δίνει προσαύξηση 10%, μέχρι τρεις τριετίες και συνολικά έως 30%.Με τον σημερινό κατώτατο των 920 ευρώ, μία τριετία αντιστοιχεί σε 92 ευρώ και ανεβάζει τις μεικτές αποδοχές στα 1.012 ευρώ.Με δύο τριετίες το ποσό διαμορφώνεται στα 1.104 ευρώ και με τρεις στα 1.196 ευρώ.
Τα ποσά αυτά είναι ενδεικτικά, καθώς η βάση θα αλλάξει εφόσον αυξηθεί ξανά ο κατώτατος μισθός.
Ποιοι δεν ξεκίνησαν από το μηδέν
Διαφορετική είναι η περίπτωση όσων είχαν ήδη προϋπηρεσία πριν από τις 14 Φεβρουαρίου 2012.Ο συγκεκριμένος χρόνος δεν χάθηκε.Από την 1η Ιανουαρίου 2024 η μέτρηση συνέχισε από το σημείο όπου είχε σταματήσει, ενώ το διάστημα από τις 14 Φεβρουαρίου 2012 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023 δεν προσμετράται για τη δημιουργία νέου δικαιώματος τριετίας.Έτσι, ένας εργαζόμενος που είχε ήδη συγκεντρώσει μέρος ή ολόκληρη τριετία πριν από το «πάγωμα» βρίσκεται σε διαφορετική θέση από κάποιον που άρχισε να χτίζει προϋπηρεσία από το 2024.
Η μεγάλη αλλαγή στην τσέπη
Το 2027 συγκεντρώνει επομένως αρκετές διαφορετικές παρεμβάσεις.Οι εργαζόμενοι θα έχουν να υπολογίζουν τη νέα αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού, τις τριετίες για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα και τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών.
Παράλληλα, η απαλλαγή των προσαυξήσεων σε υπερωρίες, νυχτερινά, Κυριακές και αργίες από ασφαλιστικές εισφορές έχει ήδη αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζεται η πρόσθετη εργασία.
Το τελικό αποτέλεσμα δεν θα είναι ίδιο για όλους. Για έναν εργαζόμενο όμως που αμείβεται με τον κατώτατο, συμπληρώνει τριετία και πραγματοποιεί τακτικά πρόσθετη εργασία, οι διαφορετικές αλλαγές μπορούν να λειτουργήσουν σωρευτικά στις τελικές αποδοχές του.

