Με την οικονομία και την καθημερινότητα των πολιτών να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, αλλά με ισχυρά μηνύματα και για το πολιτικό σκηνικό, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ολοκλήρωσε την παρουσία του στην 90ή ΔΕΘ με την καθιερωμένη συνέντευξη Τύπου στο «Ι. Βελλίδης». Απαντώντας επί μακρόν στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων, ο πρωθυπουργός άνοιξε σχεδόν όλη την κυβερνητική ατζέντα: ακρίβεια, μισθοί, φορολογία, συντάξεις, στέγη, τράπεζες, επενδύσεις, ενέργεια και αγροτική οικονομία, αλλά και εκλογές, αυτοδυναμία, Αντώνη Σαμαρά, Αλέξη Τσίπρα, ΠΑΣΟΚ, Κώστα Καραμανλή και ελληνοτουρκικά.
Το βασικό μήνυμα που επιχείρησε να στείλει είναι ότι η ελληνική οικονομία έχει πλέον δημιουργήσει μεγαλύτερα περιθώρια στήριξης της κοινωνίας, αλλά αυτά δεν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν με τρόπο που θα θέσει σε κίνδυνο τη δημοσιονομική σταθερότητα. Αναγνώρισε μάλιστα ότι ένα μέρος της ανάπτυξης δεν έχει ακόμη φτάσει στους πολίτες και χαρακτήρισε την αντιμετώπιση αυτού του κενού βασική κυβερνητική προτεραιότητα.
Ακρίβεια: «Πρώτη μας προτεραιότητα»
Στην ακρίβεια, ο πρωθυπουργός επέμεινε ότι η αποτελεσματικότερη και μονιμότερη απάντηση είναι η αύξηση των μισθών σε συνδυασμό με τη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης. Υπενθύμισε ότι ο κατώτατος μισθός βρίσκεται ήδη στα 920 ευρώ και είπε ότι θα ξεπεράσει τα 950 ευρώ την 1η Απριλίου, ενώ ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης έχει ήδη ξεπεράσει τα 1.500 ευρώ.
Παράλληλα, παρέπεμψε στη φορολογική μεταρρύθμιση που βρίσκεται σε εξέλιξη και σημείωσε ότι ελεύθεροι επαγγελματίες και αγρότες θα δουν την επίδραση των μειωμένων φορολογικών συντελεστών στις δηλώσεις που θα αρχίσουν να υποβάλλονται τον Μάρτιο. Στην ίδια λογική ενέταξε την ενίσχυση των 400 ευρώ για τους συνταξιούχους, τα 500 ευρώ για τους δημοσίους υπαλλήλους στο τέλος του 2027, τις αλλαγές στα επιδόματα αναπηρίας και τις φορολογικές ελαφρύνσεις για τρίτεκνους και αγρότες.
Για τη γενικευμένη μείωση του ΦΠΑ εμφανίστηκε αρνητικός, με το επιχείρημα ότι πρόκειται για οριζόντια παρέμβαση που ωφελεί ανεξαρτήτως εισοδήματος. Επέμεινε ότι το πακέτο είναι αυστηρά κοστολογημένο και υπενθύμισε ότι οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες θέτουν όρια στις δαπάνες. Η δημοσιονομική σταθερότητα, όπως είπε, αποτελεί μη διαπραγματεύσιμο στόχο.
«Ένα μέρος της ανάπτυξης δεν έχει φτάσει στους πολίτες»
Ιδιαίτερη σημασία είχε η παραδοχή του πρωθυπουργού ότι, παρά τη βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών, μέρος της ανάπτυξης δεν έχει περάσει ακόμη στην καθημερινότητα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επικαλέστηκε την εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό, σημειώνοντας ότι η πρόοδος της οικονομίας αναγνωρίζεται διεθνώς και ότι η χώρα μπορεί πλέον να δανείζεται φθηνότερα από τέσσερις οικονομίες της G7.
Ταυτόχρονα, όμως, υπογράμμισε ότι δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσει την προεκλογική περίοδο για να υπερβεί τα δημοσιονομικά όρια. Η λογική του, όπως την παρουσίασε, είναι ότι όσο η οικονομία υπεραποδίδει, μέρος αυτής της υπεραπόδοσης θα επιστρέφει στους πολίτες ως «μέρισμα ανάπτυξης», χωρίς να επαναληφθούν πρακτικές που θα μπορούσαν να οδηγήσουν τη χώρα σε δημοσιονομική περιπέτεια.
13η σύνταξη και 13ος μισθός: «Δεν βγαίνουν οι αριθμοί»
Από τις πλέον ξεκάθαρες οικονομικές απαντήσεις ήταν αυτή για την επαναφορά της 13ης σύνταξης και του 13ου μισθού στο Δημόσιο. Ο πρωθυπουργός απέρριψε τα δύο μέτρα, λέγοντας ότι οι σημερινές δημοσιονομικές δυνατότητες δεν επαρκούν για την εφαρμογή τους.
Συνέδεσε μάλιστα το ζήτημα με τις υπόλοιπες προτάσεις της αντιπολίτευσης, όπως τη μείωση του ΦΠΑ, υποστηρίζοντας ότι η ταυτόχρονη εφαρμογή τους θα δημιουργούσε δημοσιονομικό κόστος που δεν μπορεί να καλυφθεί. Ξεκαθάρισε πάντως ότι η κυβέρνηση δεν απορρίπτει εκ προοιμίου προτάσεις της αντιπολίτευσης, αλλά δεν πρόκειται να υιοθετήσει μέτρα που θεωρεί ανεφάρμοστα.
Χρέος: Η δημοσιονομική σταθερότητα παραμένει «κόκκινη γραμμή»
Στη συζήτηση για τη φορολογία και το διαθέσιμο εισόδημα, ο πρωθυπουργός συνέδεσε άμεσα τις δυνατότητες νέων παρεμβάσεων με τη μείωση του δημόσιου χρέους. Υποστήριξε ότι για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες το χρέος ακολουθεί σημαντικά πτωτική πορεία και έκανε μάλιστα πολιτική αναδρομή στη δεκαετία του 1980, ασκώντας κριτική στην τότε δημοσιονομική πολιτική.
Η θέση που παρουσίασε είναι ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να θυσιάσει τη δημοσιονομική αξιοπιστία που έχει αποκτήσει για πρόσκαιρες προεκλογικές παροχές. Η μείωση του χρέους, σύμφωνα με την κυβερνητική ανάγνωση, δεν αποτελεί μόνο λογιστικό στόχο αλλά επηρεάζει το κόστος δανεισμού, τις επενδύσεις και συνολικά την αξιοπιστία της χώρας.
Στέγη: «Πρέπει να κινηθούμε πιο γρήγορα»
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναγνώρισε χωρίς περιστροφές ότι το στεγαστικό πρόβλημα είναι υπαρκτό και ότι απαιτεί ταχύτερες κινήσεις. Το χαρακτήρισε πανευρωπαϊκό φαινόμενο που συνδέεται και με την ανάπτυξη της οικονομίας, αλλά παραδέχθηκε ότι υπάρχουν πολίτες που σήμερα δοκιμάζονται έντονα από το κόστος κατοικίας.
Υπενθύμισε τις μειώσεις στον ΕΝΦΙΑ, τις παρεμβάσεις στη φορολογία των ενοικίων και τα στεγαστικά προγράμματα, ενώ αναφέρθηκε και στη μεγάλη φοροδιαφυγή που εξακολουθεί να υπάρχει στην αγορά μισθώσεων. Η φράση που κράτησε, ωστόσο, ήταν ότι στο στεγαστικό «πρέπει να κινηθούμε πιο γρήγορα», αναγνωρίζοντας ουσιαστικά ότι οι μέχρι σήμερα παρεμβάσεις δεν έχουν λύσει το πρόβλημα.
Ρεύμα: Στόχος μείωση του κόστους κατά 30% σε τρία χρόνια
Μεγάλη οικονομική είδηση προέκυψε και από την ενέργεια. Ο πρωθυπουργός έθεσε ως στόχο τη μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας κατά 30% μέσα στην επόμενη τριετία, προαναγγέλλοντας συγκεκριμένο οδικό χάρτη.
Η στρατηγική, όπως την περιέγραψε, στηρίζεται στην περαιτέρω ανάπτυξη των ΑΠΕ, στις καλύτερες ηλεκτρικές διασυνδέσεις και στη δημιουργία μιας πραγματικά ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας. Παράλληλα, τόνισε ότι η κυβέρνηση παραμένει σε εγρήγορση λόγω της αβεβαιότητας στις τιμές του φυσικού αερίου και ότι θα συνεχίσει να στηρίζει την ενεργοβόρο βιομηχανία.
Τράπεζες: «Δεν θα διστάσουμε να παρέμβουμε»
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις επιχειρήσεις είχε η τοποθέτηση για τις τράπεζες. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναγνώρισε ότι στο παρελθόν υπήρξαν καταχρηστικές συμπεριφορές στις τραπεζικές προμήθειες και ξεκαθάρισε ότι, εφόσον παρατηρηθούν ξανά αντίστοιχα φαινόμενα, η κυβέρνηση δεν θα διστάσει να παρέμβει.
Ταυτόχρονα, ζήτησε από τις τράπεζες να είναι περισσότερο ανοιχτές στη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, να χορηγούν περισσότερα στεγαστικά δάνεια και να κατευθύνουν περισσότερο τους καταθέτες προς αποταμιευτικά προϊόντα. Απέρριψε, ωστόσο, προτάσεις που θεωρεί ότι θα έθεταν σε κίνδυνο τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος, επιμένοντας ότι η χώρα χρειάζεται ασφαλείς και ισχυρές τράπεζες.
Μετά το Ταμείο Ανάκαμψης: «Στις ιδιωτικές επενδύσεις θα παιχθεί το παιχνίδι»
Απαντώντας στο μεγάλο ερώτημα για το τι θα συμβεί μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης, ο πρωθυπουργός απέρριψε την άποψη ότι η ανάπτυξη της Ελλάδας στηρίζεται αποκλειστικά στους ευρωπαϊκούς πόρους. Έφερε ως παράδειγμα την Ιταλία, η οποία διαχειρίστηκε επίσης πολύ σημαντικά κεφάλαια, αλλά εμφανίζει χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης.
Για την επόμενη τετραετία έδειξε προς τις ιδιωτικές επενδύσεις. Όπως εξήγησε, θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία και δημόσιες επενδύσεις, όμως το κρίσιμο στοίχημα θα είναι η κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων στα συγκριτικά πλεονεκτήματα της ελληνικής οικονομίας. Και συνέδεσε ευθέως αυτή την προοπτική με την πολιτική σταθερότητα, την οποία χαρακτήρισε προϋπόθεση για την επενδυτική σταθερότητα.
Αγρότες και κτηνοτρόφοι: «Προσωπικό στοίχημα» ο πρωτογενής τομέας
Εκτενής ήταν η αναφορά και στον πρωτογενή τομέα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτήρισε την ανασυγκρότησή του «κεντρική προτεραιότητα» και «προσωπικό στοίχημα», παραδεχόμενος παράλληλα ότι η χώρα έχει μείνει πίσω σε αρκετά ζητήματα, μεταξύ των οποίων η αναμόρφωση του κανονισμού του ΕΛΓΑ.
Έδωσε έμφαση στη στήριξη των πραγματικών παραγωγών, στα προγράμματα νέων αγροτών, στην τεχνολογία και στην αύξηση της παραγωγικότητας, ενώ αναφέρθηκε και στις επιπτώσεις των ζωονόσων στην κτηνοτροφία. Για τον ΟΠΕΚΕΠΕ είπε ότι η επίλυση των προβλημάτων του ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για τις επόμενες αλλαγές, ενώ υπογράμμισε ότι ο αγροτικός τομέας δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο σε επιδοτήσεις και αποζημιώσεις.
Από την οικονομία στην πολιτική: Εκλογές την άνοιξη του 2027
Στο πολιτικό σκέλος, ο πρωθυπουργός επανέλαβε ότι οι εθνικές εκλογές θα γίνουν την άνοιξη του 2027 και εμφανίστηκε πεπεισμένος ότι ο στόχος της αυτοδυναμίας παραμένει εφικτός. Θύμισε ότι πριν από τις εκλογές του 2023 οι δημοσκοπήσεις δεν προέβλεπαν το τελικό 41% της Νέας Δημοκρατίας και υποστήριξε ότι οι εκλογικές αναμετρήσεις κρίνονται τελικά από τους πολίτες και όχι από τις ενδιάμεσες μετρήσεις.
Συνέδεσε την αυτοδυναμία με τη σταθερότητα, προειδοποιώντας για το ενδεχόμενο η χώρα να βρεθεί χωρίς κυβέρνηση σε μια δύσκολη διεθνή συγκυρία. Παράλληλα, επέρριψε στα κόμματα της αντιπολίτευσης την ευθύνη για το γεγονός ότι σήμερα δεν διαφαίνονται ρεαλιστικά σενάρια συνεργασιών με τη ΝΔ.
«Κυβέρνηση σχηματίζει το πρώτο κόμμα»
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήταν κατηγορηματικός και για τα σενάρια μετεκλογικών συνεργασιών. Υποστήριξε ότι κυβέρνηση πρέπει να σχηματίσει το πρώτο κόμμα με πρωθυπουργό τον αρχηγό του και αντιμετώπισε σκωπτικά το ενδεχόμενο μιας κυβέρνησης κομμάτων που θα έχουν ηττηθεί στις εκλογές.
Αναφέρθηκε ονομαστικά σε Αλέξη Τσίπρα, Νίκο Ανδρουλάκη, Ζωή Κωνσταντοπούλου, Κυριάκο Βελόπουλο και ενδεχομένως Δημήτρη Κουτσούμπα, χαρακτηρίζοντας ένα τέτοιο σενάριο «κυβέρνηση των ηττημένων». Επανέλαβε ότι η αυτοδυναμία αποτελεί για τον ίδιο την καλύτερη λύση, αφήνοντας τη συζήτηση για ενδεχόμενες συνεργασίες για μετά το εκλογικό αποτέλεσμα.
Τσίπρας: Από την «αυταπάτη» στην «απάτη»
Ιδιαίτερα υψηλούς τόνους χρησιμοποίησε για τον Αλέξη Τσίπρα. Αναφερόμενος στις νέες οικονομικές προτάσεις του πρώην πρωθυπουργού, αντιπαρέβαλε τη σημερινή κατάσταση με το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης του 2014 και υποστήριξε ότι πλέον δεν μπορεί να γίνεται λόγος για «αυταπάτη», αλλά για υποσχέσεις που, κατά την άποψή του, αυτός που τις δίνει γνωρίζει ότι δεν θα κληθεί να εφαρμόσει.
Παράλληλα, δήλωσε ότι η ΝΔ δεν επιλέγει αντίπαλο και ότι οι πολίτες αποφασίζουν ποιος κυβερνά και ποιος βρίσκεται στην αντιπολίτευση. Επιτέθηκε όμως και στο ΠΑΣΟΚ, σχολιάζοντας ότι βλέπει τα δύο κόμματα να ανταγωνίζονται για την «πατρότητα» ενός οικονομικού προγράμματος το οποίο η κυβέρνηση θεωρεί μη ρεαλιστικό.
Σαμαράς: Η πιο σκληρή απάντηση
Η αναφορά στον Αντώνη Σαμαρά ήταν ίσως η πιο αιχμηρή πολιτική στιγμή της συνέντευξης. Ο πρωθυπουργός απέφυγε να προβλέψει εάν ο πρώην πρωθυπουργός θα ιδρύσει κόμμα ή εάν ένα τέτοιο κόμμα θα μπει στη Βουλή, ξεκαθάρισε όμως ότι με βάση τις σημερινές δημόσιες θέσεις του δεν βλέπει περιθώριο πολιτικής συνεννόησης.
Αιτιολόγησε τη θέση αυτή λέγοντας ότι ο Αντώνης Σαμαράς αμφισβητεί τον πυρήνα της κυβερνητικής εξωτερικής πολιτικής. Παράλληλα, υπενθύμισε ότι η Νέα Δημοκρατία τον τίμησε και τον κάλεσε να σταθμίσει τις επόμενες κινήσεις του με βάση την πολιτική του υστεροφημία. Ακόμη πιο αιχμηρή ήταν η αναφορά του στην «τεχνογνωσία» του πρώην πρωθυπουργού να προκαλεί προβλήματα στην παράταξη, εκφράζοντας την ελπίδα να μην την αξιοποιήσει.
Όταν ρωτήθηκε μάλιστα για σενάριο στο οποίο θα έκανε ο ίδιος ένα βήμα πίσω, η πρώτη αντίδρασή του ήταν «μου ζητάτε να παραιτηθώ;». Η απάντηση αποτύπωσε καθαρά ότι δεν εξετάζει σενάριο αλλαγής ηγεσίας ή δικής του αποχώρησης.
Καραμανλής: «Έχουμε καλή προσωπική σχέση»
Διαφορετικό τόνο χρησιμοποίησε για τον Κώστα Καραμανλή. Ερωτηθείς για την απουσία του πρώην πρωθυπουργού και για τη σχέση τους, δήλωσε ότι έχουν καλή προσωπική σχέση, ότι τον σέβεται και τον τιμά, όπως όλους τους πρώην αρχηγούς της Νέας Δημοκρατίας.
Για τον Σαμαρά επανέλαβε ότι θα προτιμούσε να μην είχε φτάσει η κατάσταση στη διαγραφή του, αλλά υποστήριξε ότι οι δηλώσεις που είχαν προηγηθεί ήταν ιδιαίτερα βαριές και συνέχισαν και μετά τη διαγραφή.
Κεντροδεξιά και «woke ατζέντα»
Ο πρωθυπουργός υποστήριξε ακόμη ότι η Νέα Δημοκρατία παραμένει κεντροδεξιό κόμμα και δεν μετακινείται δεξιότερα ως απάντηση στην άνοδο άλλων πολιτικών δυνάμεων. Παράλληλα, απέρριψε κατηγορηματικά την άποψη ότι υπάρχει «woke ατζέντα» στην Ελλάδα.
Για τις αντιδράσεις σχετικά με τα σχολικά βιβλία είπε ότι, εφόσον υπάρχει λάθος ή περιεχόμενο που προκαλεί δικαιολογημένη αντίδραση, θα διορθωθεί. Διαχώρισε όμως τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών, τον οποίο παρουσίασε ως ζήτημα πολιτικής ισότητας, από υπερβολές που έχουν καταγραφεί σε άλλες χώρες.
Κράτος δικαίου και Συνταγματική Αναθεώρηση
Για την κριτική που δέχεται η κυβέρνηση στο πεδίο του κράτους δικαίου, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επικαλέστηκε τις εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο.
Στη Συνταγματική Αναθεώρηση άσκησε έντονη κριτική στο ΠΑΣΟΚ, λέγοντας ότι η στάση της αντιπολίτευσης δυσκολεύει τη δημιουργία συναινέσεων. Αναφέρθηκε ειδικά στο άρθρο 86, στον δημοσιονομικό κανόνα και στη σύνδεση αξιολόγησης και μονιμότητας στο Δημόσιο, υποστηρίζοντας ότι χάνεται μια μεγάλη ευκαιρία για ουσιαστικές αλλαγές.
Ελληνοτουρκικά, F-35 και ηλεκτρική διασύνδεση
Στα εθνικά θέματα, ο πρωθυπουργός εκτίμησε ότι παραμένουν σημαντικά νομικά εμπόδια για την απόκτηση F-35 από την Τουρκία, ενώ επανέλαβε την προσήλωση της Αθήνας στην ενίσχυση των στρατηγικών σχέσεων με χώρες της Μέσης Ανατολής και του Κόλπου.
Για το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου εκτίμησε ότι οι διαδικασίες μπορούν να επανεκκινήσουν μέσα στους επόμενους μήνες και τόνισε ότι η Τουρκία δεν έχει νομιμοποίηση να εμποδίσει το έργο. Ανέφερε επίσης ότι υπάρχει συνεννόηση με τη Γαλλία για την αντιμετώπιση πιθανών εξελίξεων.
Θεσσαλονίκη και νέα πρόσωπα στα ψηφοδέλτια
Για τη Θεσσαλονίκη, ο Κυριάκος Μητσοτάκης υποστήριξε ότι η πόλη έχει καλύψει σε μεγάλο βαθμό το έλλειμμα υποδομών που αντιμετώπιζε επί χρόνια. Παράλληλα, άφησε σαφές μήνυμα ανανέωσης των ψηφοδελτίων της ΝΔ, λέγοντας ότι στόχος είναι να είναι όσο το δυνατόν πιο ανταγωνιστικά σε ολόκληρη τη χώρα.
Όπως ανέφερε, υπάρχει σημαντικό ενδιαφέρον από νέα πρόσωπα που δεν έχουν πολιτευτεί στο παρελθόν, κάτι που ο ίδιος χαρακτήρισε ιδιαίτερα θετικό.
Το μήνυμα που έμεινε μετά τη συνέντευξη
Η συνέντευξη Τύπου της 90ής ΔΕΘ είχε τελικά δύο κεντρικούς άξονες. Στην οικονομία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να εμφανιστεί ως εγγυητής της δημοσιονομικής σταθερότητας, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι η ανάπτυξη δεν έχει φτάσει ακόμη στον ίδιο βαθμό σε όλους τους πολίτες. Η απάντησή του είναι περισσότερα πραγματικά εισοδήματα, χαμηλότερη φορολογία, επενδύσεις, χαμηλότερο ενεργειακό κόστος και όχι γενικευμένες παροχές.
Στην πολιτική, έβαλε ως στόχο την αυτοδυναμία το 2027, έκλεισε την πόρτα σε σενάρια δικής του αποχώρησης, ανέβασε κατακόρυφα τους τόνους απέναντι στον Σαμαρά και επιτέθηκε στις οικονομικές προτάσεις Τσίπρα και ΠΑΣΟΚ. Το μήνυμα προς τους ψηφοφόρους ήταν ότι η επόμενη εκλογική αναμέτρηση θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό πάνω στη σύνδεση οικονομικής και πολιτικής σταθερότητας.
Για το MoneyPress, όμως, το σημαντικότερο ερώτημα παραμένει οικονομικό: αν μέσα στους επόμενους μήνες η αποκλιμάκωση του χρέους, οι επενδύσεις και οι καλύτεροι μακροοικονομικοί δείκτες μετατραπούν σε υψηλότερη πραγματική αγοραστική δύναμη, φθηνότερη στέγη και ενέργεια και ευκολότερη χρηματοδότηση για τις επιχειρήσεις. Εκεί θα κριθεί στην πράξη το οικονομικό αφήγημα που παρουσίασε ο πρωθυπουργός στη Θεσσαλονίκη.

