Ο τουρισμός αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους πυλώνες της ελληνικής οικονομίας, δημιουργώντας εισόδημα, επενδύσεις και εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας. Πίσω όμως από τα αλλεπάλληλα ρεκόρ αφίξεων και εισπράξεων διαμορφώνεται ένα σοβαρό πρόβλημα για τη νέα γενιά: όλο και περισσότεροι νέοι κατευθύνονται σε επαγγέλματα του τουρισμού, της εστίασης και της φιλοξενίας όχι απαραίτητα επειδή αποτελούν την πρώτη επαγγελματική επιλογή τους, αλλά επειδή δεν βρίσκουν εύκολα εναλλακτικές θέσεις εργασίας με ικανοποιητικές αποδοχές. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται ένας ιδιότυπος εργασιακός εγκλωβισμός, ο οποίος μπορεί μακροπρόθεσμα να κοστίσει τόσο στους ίδιους όσο και στην ελληνική οικονομία.
Ένας στους δύο εργαζόμενους νέους σε τέσσερις κλάδους
Τα στοιχεία που παρουσιάζονται με βάση έκθεση του ΟΟΣΑ είναι αποκαλυπτικά. Περίπου το 36% των νέων ηλικίας 15 έως 29 ετών στην Ελλάδα εργάζεται και, μεταξύ αυτών που έχουν δουλειά, το 55% απασχολείται στο εμπόριο, στις μεταφορές, στη διαμονή και στην εστίαση. Το 2008 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 39%, με το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης να προέρχεται από τους κλάδους διαμονής και εστίασης.
Η σύγκριση δείχνει πόσο έχει αλλάξει μέσα σε λιγότερο από δύο δεκαετίες η αγορά εργασίας για τη νέα γενιά. Η ελληνική οικονομία κατάφερε μετά τη μεγάλη κρίση να δημιουργήσει ξανά θέσεις απασχόλησης, αλλά σημαντικό μέρος αυτών συγκεντρώθηκε σε υπηρεσίες που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με τον τουρισμό και την κατανάλωση. Έτσι, ένας νέος που αναζητά την πρώτη του δουλειά συναντά πολύ συχνότερα μια θέση σε ξενοδοχείο, εστιατόριο, καφέ ή τουριστική επιχείρηση από μια θέση σε βιομηχανία ή σε έναν τεχνολογικά προηγμένο παραγωγικό κλάδο.
Από το 48,7% της ανεργίας στη λύση της «σεζόν»
Για να κατανοήσει κανείς πώς φτάσαμε εδώ πρέπει να επιστρέψει στην οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας. Η ανεργία των νέων είχε εκτοξευθεί στο 48,7%, καθώς χιλιάδες επιχειρήσεις έκλεισαν και πολλές θέσεις εργασίας χάθηκαν οριστικά. Μέχρι το 2025 η ανεργία των νέων είχε περιοριστεί στο 16,5%, όμως η συμμετοχή τους στην απασχόληση δεν επέστρεψε στα προ κρίσης επίπεδα. Το ποσοστό των νέων που εργάζονται βρίσκεται στο 36%, έναντι 43% το 2008, όταν ο αντίστοιχος δείκτης φτάνει περίπου στο 55% στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο 50% στις χώρες του ΟΟΣΑ.
Την ίδια περίοδο, η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας συνέπεσε με την παγκόσμια έκρηξη του τουρισμού και ιδιαίτερα με την εντυπωσιακή άνοδο της ταξιδιωτικής ζήτησης μετά την πανδημία. Ξενοδοχεία, εστιατόρια και τουριστικές επιχειρήσεις χρειάζονταν δεκάδες χιλιάδες εργαζομένους και η «σεζόν» εξελίχθηκε για πολλούς νέους στην πιο άμεσα διαθέσιμη λύση. Μερικοί επιλέγουν συνειδητά να χτίσουν καριέρα στον τουρισμό, όμως άλλοι καταλήγουν εκεί επειδή απλώς δεν βρίσκουν κάτι καλύτερο.
Το ανησυχητικό παράδοξο των πτυχιούχων
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν εξετάζονται τα στοιχεία για τους νέους με πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Στην ηλικιακή ομάδα 25–34 ετών, η ανεργία των πτυχιούχων στην Ελλάδα έφτανε το 12,3% το 2024, το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ και περίπου 2,4 φορές υψηλότερο από τον μέσο όρο του Οργανισμού.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και ένα πανεπιστημιακό πτυχίο δεν εξασφαλίζει εύκολη είσοδο σε μια θέση αντίστοιχη των σπουδών. Όταν ένας νέος έχει μπροστά του την επιλογή να παραμείνει άνεργος ή να φύγει για έξι μήνες σε ένα νησί, η δεύτερη λύση είναι συχνά αναπόφευκτη. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η προσωρινή λύση γίνεται μόνιμη και οι γνώσεις που αποκτήθηκαν στις σπουδές σταδιακά απαξιώνονται επειδή δεν χρησιμοποιούνται.
Η μεγάλη υποχώρηση βιομηχανίας και κατασκευών
Η άλλη όψη του προβλήματος βρίσκεται στους παραγωγικούς κλάδους. Το 2008 οι κατασκευές και η βιομηχανία απασχολούσαν περίπου το 13% των εργαζομένων στην Ελλάδα, ενώ το 2023 το ποσοστό είχε περιοριστεί μόλις στο 3%. Στην Ε.Ε. και στις χώρες του ΟΟΣΑ η αντίστοιχη υποχώρηση ήταν σαφώς μικρότερη, από περίπου 11% σε 7%.
Η διαφορά είναι καθοριστική. Όταν μειώνονται δραματικά οι θέσεις σε βιομηχανία και κατασκευές και ταυτόχρονα αυξάνονται οι ανάγκες ξενοδοχείων και εστίασης, η μετακίνηση του εργατικού δυναμικού είναι αναμενόμενη. Η ελληνική οικονομία χρειάζεται τον τουρισμό, αλλά χρειάζεται παράλληλα περισσότερες επενδύσεις σε βιομηχανία, μεταποίηση, τεχνολογία, ενέργεια, κατασκευές και άλλες δραστηριότητες που μπορούν να προσφέρουν στους νέους περισσότερες εναλλακτικές επαγγελματικές διαδρομές.
Οι νέοι Έλληνες αμείβονται 40% λιγότερο
Υπάρχει όμως και η διάσταση των αποδοχών. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται από την έκθεση του ΟΟΣΑ, οι εργαζόμενοι κάτω των 30 ετών στην Ελλάδα κερδίζουν κατά μέσο όρο 40% λιγότερα από τους συνομηλίκους τους σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, λαμβάνοντας υπόψη την ισοτιμία αγοραστικής δύναμης.
Αυτό βοηθά να εξηγηθεί και η συνέχιση του brain drain. Για έναν νέο με υψηλές δεξιότητες, η διαφορά στις αποδοχές μπορεί να είναι αρκετά μεγάλη ώστε η μετανάστευση να αποτελεί οικονομικά πολύ πιο συμφέρουσα επιλογή. Όσοι παραμένουν στη χώρα αναζητούν εναλλακτικές λύσεις, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται και υψηλό ποσοστό αυτοαπασχόλησης μεταξύ των νέων, περίπου 11%.
Όταν η «σεζόν» γίνεται επαγγελματική παγίδα
Η εποχική εργασία δεν είναι από μόνη της αρνητική. Μπορεί να αποτελέσει μια εξαιρετική πρώτη επαγγελματική εμπειρία, να προσφέρει εισόδημα σε φοιτητές και νέους και να εξελιχθεί ακόμη και σε μια ιδιαίτερα επιτυχημένη καριέρα για όσους επιθυμούν να δραστηριοποιηθούν επαγγελματικά στον τουρισμό. Η Ελλάδα διαθέτει άλλωστε έναν διεθνώς ανταγωνιστικό τουριστικό κλάδο που χρειάζεται εξειδικευμένα στελέχη.
Ο κίνδυνος δημιουργείται όταν η εποχική απασχόληση αποτελεί λύση ανάγκης χωρίς προοπτική εξέλιξης. Ένας νέος μπορεί να δουλεύει έξι μήνες τη σεζόν, να καλύπτει τους υπόλοιπους μήνες με περιστασιακές εργασίες και να επαναλαμβάνει τον ίδιο κύκλο επί χρόνια. Εάν στο μεταξύ δεν αποκτά νέες δεξιότητες ή επαγγελματική εξειδίκευση, όσο περνά ο χρόνος γίνεται δυσκολότερη η μετάβαση σε διαφορετικό κλάδο.
Το πρόβλημα δεν είναι ο τουρισμός – Είναι η έλλειψη εναλλακτικών
Θα ήταν λάθος να θεωρηθεί ότι η λύση βρίσκεται στον περιορισμό του τουρισμού. Ο κλάδος αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα συγκριτικά πλεονεκτήματα της Ελλάδας και μπορεί να δημιουργήσει πολύ περισσότερη προστιθέμενη αξία μέσα από ποιοτικές επενδύσεις, επιμήκυνση της σεζόν και ανάπτυξη ειδικών μορφών τουρισμού. Άλλωστε, η επίσημη στρατηγική περιλαμβάνει επενδύσεις σε ορεινό, ιαματικό και αγροτουρισμό, γαστρονομία και τουριστικούς λιμένες με στόχο τη διαφοροποίηση του προϊόντος και την επιμήκυνση της περιόδου.
Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι η ελληνική οικονομία δεν προσφέρει ακόμη αρκετές εναλλακτικές στους νέους. Χρειάζεται ένα παραγωγικό μοντέλο όπου ένας 25χρονος θα μπορεί να επιλέξει ανάμεσα στον τουρισμό, στη βιομηχανία, στην τεχνολογία, στην ενέργεια, στις κατασκευές, στην αγροδιατροφή και σε νέες εξαγωγικές επιχειρήσεις – και όχι να κατευθύνεται στη σεζόν επειδή αυτή είναι η μοναδική άμεσα διαθέσιμη δουλειά.
Το μεγάλο στοίχημα της επόμενης ημέρας
Η Ελλάδα κατάφερε να μειώσει δραστικά την ανεργία των νέων σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης. Το επόμενο βήμα όμως είναι δυσκολότερο: δεν αρκεί να δημιουργούνται θέσεις εργασίας, πρέπει να δημιουργούνται θέσεις με προοπτική, αξιοπρεπείς αποδοχές και δυνατότητα επαγγελματικής εξέλιξης.
Ο τουρισμός μπορεί και πρέπει να συνεχίσει να αποτελεί ισχυρό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας. Δεν μπορεί όμως να είναι η μοναδική απάντηση για μια ολόκληρη γενιά. Αν η Ελλάδα θέλει να κρατήσει τους νέους της στη χώρα και να αξιοποιήσει τις σπουδές και τις δεξιότητές τους, το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσει περισσότερους δρόμους προς την οικονομική ανεξαρτησία – και όχι απλώς περισσότερες θέσεις για την επόμενη τουριστική σεζόν.

