Η επικράτηση της ΝΔ στο Κέντρο αποτελεί το στοίχημα του Μητσοτάκη, καθώς με αυτόν τον τρόπο θα εγκλωβίσει το δίδυμο Τσίπρα-Ανδρουλάκη.

Το πολιτικό Κέντρο αποτελεί τον διαχρονικό ρυθμιστή των εκλογικών αναμετρήσεων στην Ελλάδα. Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τη Νέα Δημοκρατία, η διατήρηση των κλειδιών αυτού του χώρου αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα. Για να εγκλωβιστούν πολιτικά ο Αλέξης Τσίπρας και ο Νίκος Ανδρουλάκης, ο Πρωθυπουργός δείχνει ότι εφαρμόζει πιστά τη στρατηγική της ολικής ιδεολογικής και προγραμματικής ασφυξίας με διπλό στόχο. Από τη μία να εμφανιστεί ως ο μόνος γνήσιος εκφραστής του Κέντρου και από την άλλη, να αφήσει τους δύο βασικούς αντιπάλους του να "τρώγονται" σχετικά με το ποιος θα κυριαρχήσει στην αριστερή "δεξαμενή". Η ανάδειξη της πρόχειρης ρητορικής τους και η προβολή χειροπιαστών κυβερνητικών αποτελεσμάτων μπορούν να τους στερήσουν κάθε πρόσβαση στους μετριοπαθείς ψηφοφόρους.
Οικονομική πραγματικότητα και λαϊκισμός
Ο κεντρώος ψηφοφόρος ψηφίζει με γνώμονα τη σταθερότητα και την ησυχία στη χώρα, ζητώντας παράλληλα υπευθυνότητα και ορατά αποτελέσματα στην τσέπη του.
Η ΝΔ μπορεί να στριμώξει την αντιπολίτευση αναδεικνύοντας τα πεδία όπου υπερτερεί και μάλιστα με διαφορά. Το πρώτο πεδίο είναι η επενδυτική βαθμίδα, καθώς αποτελεί το σήμα κατατεθέν του ελληνικού success story. Το δεύτερο πεδίο είναι η μείωση των φόρων και η παγίωση ενός κλίματος σταθερής ελάφρυνσης των βαρών για τη μεσαία τάξη. Το τρίτο πεδίο είναι οι επενδύσεις, για τις οποίες κάθε λογικός πολίτης δεν μπορεί να ασπαστεί την άποψη ότι με τον Τσίπρα ή τον Ανδρουλάκη τα πράγματα θα είναι καλύτερα έναντι των πεπραγμένων επί των ημερών Μητσοτάκη. Η προσέλκυση ξένων κεφαλαίων και γενικά οι επενδύσεις στην οικονομία έχουν οδηγήσει σε αύξηση των θέσεων εργασίας κατά εκατοντάδες χιλιάδες, ενώ έχουν βελτιωθεί αισθητά και οι αποδοχές.
Απέναντι στα παραπάνω, ο Αλέξης Τσίπρας και ο Νίκος Ανδρουλάκης, δεν έχουν πολλά περιθώρια για να πείσουν το εκλογικό σώμα ότι μπορούν να τα καταφέρουν καλύτερα. Ο Τσίπρας παραμένει εγκλωβισμένος σε ξεπερασμένες κρατικιστικές συνταγές και οι υποσχέσεις του για παροχές στερούνται κοστολόγησης. Από την άλλη πλευρά, ο Νίκος Ανδρουλάκης αδυνατεί να παρουσιάσει ένα συνεκτικό οικονομικό πρόγραμμα και προσπαθεί να... συγκινήσει με δήθεν κοστολογημένα προγράμματα, τα οποία περιλαμβάνουν μόνο το σκέλος της πίστωσης και όχι της χρέωσης. Δηλαδή, όλα αυτά που υπόσχεται δεν λέει με ποιον ρεαλιστικό τρόπο θα τα βρει και από πού. Δυστυχώς, το ΠΑΣΟΚ συχνά καταφεύγει σε μια στείρα άρνηση, θυμίζοντας έναν "πράσινο ΣΥΡΙΖΑ".
Καθημερινό "πρέσινγκ" μέχρι τελικής... κοστολόγησης
Η Νέα Δημοκρατία πρέπει να προκαλεί καθημερινά τον Τσίπρα και τον Ανδρουλάκη σε δημόσιο διάλογο με αριθμούς, ασκώντας σκληρό "πρέσινγκ", το οποίο είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα τους οδηγεί σε απανωτές... γκάφες!
Η σύγκριση των αριθμών αποκαλύπτει τη δική τους προγραμματική ένδεια και κάπου εκεί ο Μητσοτάκης πρέπει να προβάλλει επιτακτικά και πιεστικά το μοντέλο διακυβέρνησης του, το οποίο βασίζεται στην τεχνοκρατική επάρκεια απέναντι στον ερασιτεχνισμό των αντιπάλων του. Το Κέντρο αποστρέφεται την ιδεολογική περιχαράκωση και επιζητά τη λειτουργικότητα του κράτους.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει ταυτιστεί με τον θεσμικό εκσυγχρονισμό και αυτό θα γίνει ακόμη πιο έντονο όσο θα πλησιάζουμε προς τις εκλογές. Η κυβέρνηση πρέπει να πιέσει τους αντιπάλους της σε ζητήματα, όπως η αξιολόγηση στο Δημόσιο, το ψηφιακό κράτος και οι μεταρρυθμίσεις στην Παιδεία με την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων. Σε αυτά τα πεδία, η αντιπολίτευση δείχνει φοβικά ανακλαστικά.
Ο Τσίπρας υπερασπίζεται ακόμη αναχρονιστικές συντεχνίες, ενώ το ΠΑΣΟΚ του Ανδρουλάκη θα προσπαθήσει να μη χαλάσει τη σχέση που έχει με τους πράσινους συνδικαλιστές. Με τα "παρών" και "όχι", το ΠΑΣΟΚ έγινε ουρά της ΕΛ.Α.Σ., οπότε η Νέα Δημοκρατία έχει απέναντι και στους δύο το επιχείρημα της πολιτικής δειλίας και του συντηρητισμού. Γιατί όποιος δεν θέλει αλλαγές στο κράτος και είναι κρατιστής είναι αναχρονιστικός και συντηρητικός. Η πρόοδος όπως την αντιλαμβάνονται στην ΕΛ.Α.Σ. και στο ΠΑΣΟΚ είναι οπισθοδρόμηση.
Οι απόψεις αυτών των δύο κομμάτων, αποδεικνύουν ότι βρίσκονται πολύ πίσω σε σχέση με την παρακολούθηση των εξελίξεων στον σύγχρονο κόσμο, με αποτέλεσμα να απομακρύνονται οι κεντρώοι ψηφοφόροι. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η σύγχρονη Ελλάδα δεν μπορεί να περιμένει όσους αρνούνται την εξέλιξη και όσους δεν μπορούν να κατανοήσουν στοιχειωδώς τις παγκόσμιες εξελίξεις και τάσεις.
Τα δυνατά "χαρτιά" της εξωτερικής πολιτικής και της εθνικής ασφάλειας
Η γεωπολιτική σταθερότητα αποτελεί κρίσιμο κριτήριο για τους μετριοπαθείς πολίτες. Η κυβέρνηση έχει χτίσει ισχυρές συμμαχίες και έχει θωρακίσει τη χώρα. Η στρατηγική πίεσης εδώ περιλαμβάνει τα εξοπλιστικά προγράμματα, τις αμυντικές συμφωνίες και τις στρατηγικές συμμαχίες με Γαλλία και ΗΠΑ. Η αυστηρή και αποτελεσματική διαχείριση του μεταναστευτικού από τη Νέα Δημοκρατία έρχεται σε αντίθεση με τα πιστεύω των κομμάτων του αριστερού φάσματος. Οι λογικοί και μετριοπαθείς ψηφοφόροι δεν μπορούν να ανεχθούν λογικές του στυλ "η θάλασσα δεν έχει σύνορα" ή "ανοίξτε τα σύνορα σε κάθε πικραμένο", αλλά ούτε και αντιλήψεις ότι κάποιοι είναι πιο ευαίσθητοι από τους υπόλοιπους πολίτες της χώρας.
Ο Αλέξης Τσίπρας κουβαλά το βάρος των παλαιότερων ιδεοληψιών της αριστεράς στα εθνικά θέματα. Οι θέσεις του για ανοιχτά σύνορα και η καταψηφιση αμυντικών δαπανών ξενίζουν το Κέντρο. Ο Νίκος Ανδρουλάκης ακολουθεί μια πολιτική ίσων αποστάσεων, χωρίς καθαρό στίγμα. Η ΝΔ πρέπει να τους αναγκάζει να τοποθετούνται ξεκάθαρα. Κάθε φορά που αρνούνται να στηρίξουν την εθνική αποτροπή, αυτοαποκλείονται από τον πατριωτικό χώρο του Κέντρου. Γι αυτό, ας πρόσεχαν...
Θεσμική σοβαρότητα
Οι κεντρώοι ψηφοφόροι αναζητούν την ευπρέπεια και τον σεβασμό στους θεσμούς, απορρίπτοντας την τοξικότητα και τις κραυγές.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης πρέπει να εμφανίζεται ως ο μοναδικός εγγυητής της ομαλότητας, τονίζοντας κάθε φορά την ανάγκη για κυβερνητική σταθερότητα. Επιπλέον, θα είναι υπέρ του, αν κάθε φορά αναδεικνύει την ανάγκη για καθαρές λύσεις, αποφεύγοντας παράλληλα τη λάσπη και τις προσωπικές επιθέσεις.
Ισχυρή επιχειρηματολογία απέναντι στην πόλωση και την άρνηση
Η ΝΔ οφείλει να εστιάζει πάνω στα επιχειρήματα και όχι στους αφορισμούς.
Ο Τσίπρας έχει συνδεθεί ιστορικά με την πόλωση και τον διχασμό και κάθε προσπάθεια του να επανέλθει με δήθεν μετριοπαθές προφίλ καταρρέει κάτω από το βάρος του παρελθόντος. Από την άλλη πλευρά, ο Ανδρουλάκης, στην προσπάθεια του να διαφοροποιηθεί, καταφεύγει συχνά σε μια στείρα καταγγελτική ρητορική. Αυτή η στάση τον κάνει να μοιάζει με παρακολουθητή των εξελίξεων και όχι με εναλλακτική πρόταση εξουσίας.
Πώς... κλείνει ο δρόμος προς το Κέντρο
Η ΝΔ, προκειμένου να κλείσει ακόμη περισσότερο τον δρόμο προς τη "δεξαμενή" του Κέντρου, πρέπει να ενσωματώσει ακόμη περισσότερα στελέχη και ιδέες από αυτόν τον χώρο, χωρίς να χάνει την... επαφή προς τα δεξιά της.
Η διεύρυνση δεν είναι απλώς αριθμητική, αλλά πάνω απ΄ όλα πολιτική. Η ανάδειξη ικανών στελεχών με κεντρώα προέλευση, η στήριξη των ευάλωτων μέσω της οικονομικής ανάπτυξης και η προώθηση μιας προοδευτικής, φιλελεύθερης ατζέντας, λειτουργούν ως οξυγόνο για τη Νέα Δημοκρατία και ως... διοξείδιο του άνθρακα για τον Τσίπρα και τον Ανδρουλάκη. Ο πρώτος δεν μπορεί να πείσει το Κέντρο επειδή στερείται αξιοπιστίας και ο δεύτερος δεν μπορεί να το κερδίσει επειδή στερείται δυναμικής.
Έτσι θα επέλθει η πολιτική... ασφυξία της ΕΛ.Α.Σ. και του ΠΑΣΟΚ
Η πολιτική ασφυξία της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης και του ΠΑΣΟΚ, αποτελεί τη βάση για να πάει ψηλότερα η Νέα Δημοκρατία, ώστε να αποτελέσει τον ρυθμιστή των εξελίξεων την επόμενη μέρα των εκλογών.
Το κυβερνών κόμμα δεν χρειάζεται να εφεύρει νέα τεχνάσματα, αλλά αρκεί να προβάλλει τη σύγκριση ανάμεσα στο έργο της και τη γύμνια της αντιπολίτευσης. Η στρατηγική του Κυριάκου Μητσοτάκη πρέπει να είναι αδυσώπητη στην καθημερινή πολιτική αντιπαράθεση. Μόνο με αυτόν τον τρόπο αναδεικνύεται η αλήθεια των αριθμών και υποχωρεί ο λαϊκισμός. Όταν εφαρμόζονται μεταρρυθμίσεις, η συντήρηση ηττάται. Γιατί τόσο ο Τσίπρας όσο και ο Ανδρουλάκης είναι οι εκφραστές της συντήρησης στη χώρα, καθώς δεν θέλουν να υπάρξουν θεμελιώδεις αλλαγές, σε έναν κόσμο που έχει αλλάξει θεαματικά και αλλάζει κάθε μέρα με καταιγιστικούς ρυθμούς.
Ο Μητσοτάκης, κλείνοντας ερμητικά τις πόρτες του Κέντρου, μετατρέπει τον Τσίπρα και τον Ανδρουλάκη σε αρχηγούς κομμάτων χωρίς ακροατήριο. Η πολιτική κυριαρχία κερδίζεται με πράξεις, και η γύμνια των αντιπάλων της είναι το ισχυρότερο "όπλο" της κυβέρνησης. Το ξεγύμνωμα των θέσεων της ΕΛ.Α.Σ. και του ΠΑΣΟΚ αποτελεί στρατηγικό στόχο, ώστε να δει το εκλογικό σώμα ότι από αυτά τα δύο κόμματα δεν μπορεί να προκύψει αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Αυτό είναι εμφανές και μπορεί να γίνει εμφανέστερο έως τις εκλογές, αναδεικνύοντας τον Μητσοτάκη, ως μοναδική και αξιόπιστη λύση για τη χώρα.

