Η επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα στην κεντρική πολιτική σκηνή με την ίδρυση ή την καθοδήγηση ενός νέου πολιτικού φορέα της ευρύτερης Αριστεράς και Κεντροαριστεράς αποτελεί το πιο πολυσυζητημένο εγχείρημα των τελευταίων μηνών.

Μετά τη διάλυση και τον κατακερματισμό του παλαιού ΣΥΡΙΖΑ, η προσπάθεια ανασύνταξης του προοδευτικού χώρου γύρω από ένα γνώριμο πρόσωπο εξουσίας γεννά προσδοκίες στους υποστηρικτές του, αλλά και έντονο σκεπτικισμό στους πολιτικούς αναλυτές. Το κρίσιμο δημοσιογραφικό ερώτημα δεν είναι αν αυτό το νέο κόμμα θα καταφέρει να επιβιώσει, αλλά μέχρι πού μπορεί να φτάσει ρεαλιστικά. Η ακτινογραφία των κοινωνικών συσχετισμών και των πολιτικών δεδομένων δείχνει ότι, παρά το προσωπικό εκτόπισμα του πρώην πρωθυπουργού, το εγχείρημα προσκρούει σε ένα σκληρό "ταβάνι" και στερείται της δυναμικής που απαιτείται για να απειλήσει την πολιτική κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας.
Τα όρια της ανόδου
Ο νέος φορέας υπό τον Αλέξη Τσίπρα ξεκινά με μια σημαντική προίκα, αλλά και με σαφή γεωγραφικά και κοινωνικά όρια.
Το ρεαλιστικό "ταβάνι" αυτού του κόμματος προσδιορίζεται κοντά στο ποσοστό που είχε λάβει ο ΣΥΡΙΖΑ του Τσίπρα στις εκλογές του Ιουλίου 2023, δηλαδή κοντά στο 18%. Η δυναμική αυτή τροφοδοτείται κυρίως από τους απογοητευμένους της Αριστεράς. Είναι οι ψηφοφόροι που απομακρύνθηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ κατά την περίοδο της εσωκομματικής του περιδίνησης και των διασπάσεων, αναζητώντας μια σοβαρή, θεσμική στέγη.
Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν οι πολίτες που επιθυμούν μια ισχυρή φωνή κριτικής απέναντι στην κυβέρνηση, αλλά δεν καλύπτονται από τη σημερινή δομή του ΠΑΣΟΚ. Επίσης, ο Τσίπρας διατηρεί ένα ικανό ποσοστό σε νέους, ωστόσο, για να ξεπεράσει αυτό το ποσοστό και να κινηθεί προς το 20%, απαιτούνται ευρύτερες κοινωνικές συμμαχίες και μια δυναμική διείσδυσης στη μεσαία τάξη, κάτι που για την ώρα φαντάζει εξαιρετικά δύσκολο.
Γιατί δεν μπορεί να απειλήσει τη Νέα Δημοκρατία
Η αδυναμία του νέου κόμματος να αποτελέσει πραγματική απειλή για τον Κυριάκο Μητσοτάκη δεν είναι θέμα επικοινωνιακής στρατηγικής, αλλά αποτέλεσμα βαθιών, δομικών και ιστορικών αιτιών.
Ο Τσίπρας φέρει το βαρύ φορτίο του παρελθόντος και την κυβερνητική "μνήμη", η οποία δεν... ξεχνιέται. Το μεγαλύτερο εμπόδιο για τον Αλέξη Τσίπρα είναι η ίδια η κυβερνητική του θητεία. Οι ψηφοφόροι του Κέντρου και της μεσαίας τάξης, οι οποίοι κρίνουν το εκλογικό αποτέλεσμα, διατηρούν μια ζωντανή και φορτισμένη μνήμη από εκείνη την περίοδο. Από την άλλη πλευρά, το δημοψήφισμα, το κλείσιμο των τραπεζών (capital controls) και η δραματική διαπραγμάτευση αποτελούν ένα πολιτικό τραύμα για τη μεσαία τάξη.
Η οικονομική πολιτική εκείνης της περιόδου, που πίεσε τα μεσαία εισοδήματα υπέρ των επιδομάτων, έχει δημιουργήσει μια βαθιά καχυποψία. Η Νέα Δημοκρατία αρκεί να υπενθυμίζει αυτές τις μέρες για να ενεργοποιεί τα αντανακλαστικά αυτοσυντήρησης αυτού του ακροατηρίου.
Ισχυρό "χαρτί" για τον Μητσοτάκη το έλλειμμα αξιοπιστίας του Τσίπρα στο πεδίο της οικονομίας
Η Νέα Δημοκρατία έχει καταφέρει να ταυτιστεί στη συνείδηση ενός κρίσιμου τμήματος των πολιτών με την οικονομική σταθερότητα, την προσέλκυση επενδύσεων και τη δημοσιονομική σοβαρότητα.
Ο νέος φορέας του Τσίπρα δυσκολεύεται να παρουσιάσει μια εναλλακτική πρόταση που να εμπνέει ασφάλεια. Η ρητορική του κόμματος συχνά εγκλωβίζεται σε μια γενική καταγγελία της ακρίβειας, χωρίς όμως να προτείνει κοστολογημένες και ρεαλιστικές λύσεις που δεν θα έβαζαν σε κίνδυνο τη δημοσιονομική ισορροπία της χώρας.
Η ΕΛ.Α.Σ. παρουσιάζει ένα δομικό έλλειμμα έναντι της Νέας Δημοκρατίας. Παρουσιάζει αδυναμία πρόσβασης στο μετριοπαθές Κέντρο, ισχυρό "τραύμα" λόγω της κυβερνητικής θητείας, ενώ δεν πρέπει να θεωρείται τελειωμένη ιστορία η "μάχη" με το ΠΑΣΟΚ για τη δεύτερη θέση. Η ΕΛ.Α.Σ. μπορεί να είναι δεύτερο κόμμα στις δημοσκοπήσεις, αλλά αντίθετα με το 2012 ή το 2015, ο Αλέξης Τσίπρας δεν παίζει μόνος του στο γήπεδο της αντιπολίτευσης.
Το ΠΑΣΟΚ είναι παρόν, θεσμικά ενισχυμένο και διεκδικεί τον ίδιο ακριβώς ζωτικό χώρο. Ο νέος φορέας αναγκάζεται να αναλωθεί σε έναν εμφύλιο πόλεμο φθοράς με το ΠΑΣΟΚ για το ποιος θα είναι ο κυρίαρχος πόλος της Κεντροαριστεράς. Όσο η προοδευτική ψήφος παραμένει μοιρασμένη ανάμεσα σε δύο ή τρία κόμματα, η Νέα Δημοκρατία μπορεί να διατηρεί την πρωτοκαθεδρία, ακόμη και με χαμηλότερα ποσοστά, λόγω του κατακερματισμού των αντιπάλων της.
Δεν υπάρχει το στερεότυπο του "νέου"
Το 2015 ο Αλέξης Τσίπρας νίκησε ως το "νέο και άφθαρτο πρόσωπο" που θα συγκρουόταν με το παλαιό κατεστημένο. Σήμερα, ο παράγοντας της πολιτικής καινοτομίας έχει χαθεί. Έχει διατελέσει πρωθυπουργός για 4,5 χρόνια, έχει υπογράψει μνημόνιο και έχει υποστεί μεγάλες εκλογικές ήττες. Στα μάτια των νεότερων ψηφοφόρων, δεν αποτελεί πλέον την αντισυστημική διέξοδο, αλλά μέρος του παραδοσιακού πολιτικού προσωπικού της χώρας.
Η στρατηγική του Μαξίμου
Η σύγκριση του Μητσοτάκη με τον Τσίπρα, ευνοεί τον Πρωθυπουργό και αποτελεί το ισχυρό "χαρτί" για τη διατήρηση της κυριαρχίας της Νέας Δημοκρατίας.
Το Μέγαρο Μαξίμου αντιμετωπίζει την επιστροφή Τσίπρα όχι ως απειλή, αλλά ως μια στρατηγική ευκαιρία. Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ο Αλέξης Τσίπρας είναι ο ιδανικός πολιτικός αντίπαλος για την αναβίωση του στρατηγικού διλήμματος που του χάρισε τις μεγάλες νίκες του παρελθόντος. Η κυβέρνηση θα επιδιώξει να μετατρέψει κάθε μελλοντική εκλογική αναμέτρηση σε μια ευθεία σύγκριση μεταξύ των δύο πρωθυπουργικών θητειών.
Ο Μητσοτάκης, στην τελική ευθεία προς τις εκλογές, θα προβάλλει επιτακτικά το εξής δίλημμα: "Θέλετε την Ελλάδα του 2026, με τα προβλήματα της αλλά σε τροχιά ανάπτυξης, ή την επιστροφή στα πειράματα και τις ιδεοληψίες της περιόδου 2015-2019;".
Η παρουσία του Τσίπρα στην πρώτη γραμμή λειτουργεί ως το απόλυτο συνεκτικό υλικό για το κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο που στηρίζει τη ΝΔ. Ακόμα και δυσαρεστημένοι κεντρώοι ή δεξιοί ψηφοφόροι τείνουν να παραμερίζουν τα παράπονα τους προς την κυβέρνηση όταν βλέπουν την πιθανότητα επιστροφής των πρωταγωνιστών της προηγούμενης δεκαετίας.
Ο νέος πολιτικός φορέας του Αλέξη Τσίπρα έχει τη δυνατότητα να αναδειχθεί σε έναν υπολογίσιμο κοινοβουλευτικό παίκτη, συγκεντρώνοντας τις διάσπαρτες δυνάμεις της ριζοσπαστικής και ανανεωτικής Αριστεράς. Μπορεί να θέσει ένα σταθερό διψήφιο ποσοστό ως βάση και να αποτελέσει ρυθμιστή των εξελίξεων στον προοδευτικό χώρο. Ωστόσο, η δυναμική για μια μεγάλη πολιτική ανατροπή που θα απειλούσε τη Νέα Δημοκρατία δεν υφίσταται.
Οι δομικές αντοχές του αντι-ΣΥΡΙΖΑ ρεύματος, το έλλειμμα αξιοπιστίας στην οικονομία και ο σκληρός ανταγωνισμός με το ΠΑΣΟΚ εγκλωβίζουν το εγχείρημα του Τσίπρα σε ρόλο δεύτερου. Καλείται να δώσει μια μάχη χαρακωμάτων για την προσωπική και πολιτική του δικαίωση, όμως ο δρόμος για την επιστροφή στην τροχιά της εξουσίας παραμένει κλειστός από τα ίδια τα ιστορικά δεδομένα της πορείας του.

