Οι νέες κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ ανοίγουν τη συζήτηση για σημαντικές αλλαγές στο καθεστώς της συνταξιοδότησης, προτείνοντας την κατάργηση της υποχρεωτικής αποχώρησης από την εργασία λόγω ηλικίας. Η πρόταση αυτή ενδέχεται να επηρεάσει και την Ελλάδα, κυρίως τον δημόσιο τομέα, καθώς θα μπορούσε να επιτρέψει σε όσους έχουν θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα να συνεχίσουν να εργάζονται, εφόσον το επιθυμούν.
Τα προηγούμενα χρόνια η δημόσια συζήτηση επικεντρωνόταν κυρίως στην αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης. Πλέον, όμως, στο επίκεντρο βρίσκεται η δυνατότητα παραμονής στην εργασία ακόμη και μετά τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων για σύνταξη. Ο ΟΟΣΑ θεωρεί ότι μια τέτοια αλλαγή μπορεί να συμβάλει στην αντιμετώπιση των δημογραφικών πιέσεων, της γήρανσης του πληθυσμού και της έλλειψης εργατικού δυναμικού που παρατηρείται σε πολλές οικονομίες.
Σύμφωνα με τον Οργανισμό, η αυτόματη αποχώρηση ενός εργαζομένου αποκλειστικά λόγω ηλικίας μπορεί να συνιστά μορφή ηλικιακής διάκρισης. Επισημαίνεται ότι πολλοί εργαζόμενοι μεγαλύτερης ηλικίας εξακολουθούν να διαθέτουν υψηλή παραγωγικότητα, πολύτιμη επαγγελματική εμπειρία και εξειδικευμένες γνώσεις, οι οποίες παραμένουν ιδιαίτερα σημαντικές για τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς.
Η πρόταση δεν προβλέπει αύξηση των ορίων ηλικίας ούτε επιβάλλει την παραμονή στην εργασία για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Αντίθετα, βασίζεται στην ελεύθερη επιλογή του εργαζομένου. Όσοι έχουν αποκτήσει δικαίωμα συνταξιοδότησης θα μπορούν, εφόσον υπάρχει συμφωνία με τον εργοδότη και είναι σε θέση να ανταποκριθούν στα καθήκοντά τους, να συνεχίσουν να εργάζονται. Με αυτόν τον τρόπο οι επιχειρήσεις διατηρούν έμπειρο προσωπικό και οι εργαζόμενοι αποκτούν μεγαλύτερη ευελιξία στον σχεδιασμό της επαγγελματικής τους πορείας.
Τι ισχύει σήμερα στην Ελλάδα
Το ισχύον πλαίσιο διαφέρει σημαντικά μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.
Στο Δημόσιο, οι μόνιμοι υπάλληλοι αποχωρούν αυτοδίκαια με τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας τους. Εξαίρεση προβλέπεται μόνο όταν δεν έχουν συμπληρώσει τα απαιτούμενα 15 έτη ασφάλισης για θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, οπότε μπορούν να παραμείνουν έως το 70ό έτος. Παράλληλα, οδηγίες του e-ΕΦΚΑ προβλέπουν ότι υπάλληλος που παραμένει στην υπηρεσία χωρίς νόμιμη παράταση μετά το προβλεπόμενο όριο ενδέχεται να κληθεί να επιστρέψει τις αποδοχές που έλαβε για το συγκεκριμένο διάστημα.
Στον ιδιωτικό τομέα, αντίθετα, η συμπλήρωση των ορίων ηλικίας ή των ασφαλιστικών προϋποθέσεων δεν οδηγεί αυτόματα στη λύση της σύμβασης εργασίας. Ο εργοδότης μπορεί να προχωρήσει σε καταγγελία της σύμβασης εργαζομένου που δικαιούται πλήρη σύνταξη γήρατος, καταβάλλοντας μειωμένη αποζημίωση, η οποία αντιστοιχεί στο 40% ή 50% της κανονικής, ανάλογα με το ασφαλιστικό καθεστώς. Αντίστοιχα, και ο εργαζόμενος μπορεί να αποχωρήσει οικειοθελώς με τις προβλεπόμενες αποζημιώσεις. Εφόσον, όμως, καμία από τις δύο πλευρές δεν προχωρήσει σε καταγγελία της σύμβασης, η εργασιακή σχέση συνεχίζεται κανονικά και ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται ακόμη και αν λαμβάνει σύνταξη, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία.
Τα σημερινά όρια συνταξιοδότησης
Στην Ελλάδα, πλήρης σύνταξη γήρατος χορηγείται είτε με τη συμπλήρωση του 67ου έτους και τουλάχιστον 15 ετών ασφάλισης (4.500 ημέρες), είτε από το 62ο έτος όταν έχουν συμπληρωθεί 40 έτη ασφάλισης (12.000 ημέρες).
Οι προτάσεις του ΟΟΣΑ εντάσσονται στη γενικότερη προσπάθεια προσαρμογής των αγορών εργασίας στις δημογραφικές εξελίξεις. Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής και η μείωση των γεννήσεων περιορίζουν σταδιακά τον ενεργό πληθυσμό, με αποτέλεσμα λιγότεροι εργαζόμενοι να καλούνται να στηρίξουν περισσότερους συνταξιούχους, ασκώντας πιέσεις στα ασφαλιστικά συστήματα.
Ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι η παραμονή περισσότερων ανθρώπων στην αγορά εργασίας για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μπορεί να ενισχύσει τα ασφαλιστικά ταμεία μέσω πρόσθετων εισφορών και φορολογικών εσόδων, ενώ παράλληλα θα βοηθήσει τις επιχειρήσεις να αντιμετωπίσουν τις ελλείψεις προσωπικού. Επιπλέον, θεωρεί ότι η παρουσία έμπειρων εργαζομένων διευκολύνει τη μεταφορά γνώσης και τεχνογνωσίας στις νεότερες γενιές, ενισχύοντας την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα.
Από την άλλη πλευρά, συνδικαλιστικές οργανώσεις και ειδικοί της αγοράς εργασίας εκφράζουν προβληματισμό, υποστηρίζοντας ότι η παράταση του εργασιακού βίου δεν θα πρέπει να περιορίσει τις ευκαιρίες απασχόλησης για τους νέους. Παράλληλα, επισημαίνουν ότι η συνέχιση της εργασίας σε μεγαλύτερη ηλικία δεν είναι εφικτή σε όλα τα επαγγέλματα, ιδιαίτερα σε εκείνα που απαιτούν έντονη σωματική καταπόνηση ή ενέχουν αυξημένους επαγγελματικούς κινδύνους. Για τον λόγο αυτό θεωρούν ότι οποιαδήποτε μεταρρύθμιση θα πρέπει να συνοδεύεται από μέτρα προστασίας των εργαζομένων, καθώς και από δράσεις διαρκούς κατάρτισης και αναβάθμισης δεξιοτήτων.
Σε κάθε περίπτωση, οι προτάσεις του ΟΟΣΑ δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα και δεν συνεπάγονται αυτόματες αλλαγές στην ελληνική νομοθεσία. Αποτελούν κατευθυντήριες συστάσεις προς τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών, οι οποίες καλούνται να αποφασίσουν εάν και με ποιον τρόπο θα τις υιοθετήσουν. Αν η Ελλάδα προχωρήσει σε σχετικές παρεμβάσεις, οι σημαντικότερες αλλαγές αναμένεται να αφορούν το καθεστώς υποχρεωτικής αποχώρησης στον δημόσιο τομέα, ενώ στον ιδιωτικό τομέα το ισχύον πλαίσιο ήδη επιτρέπει, υπό προϋποθέσεις, τη συνέχιση της απασχόλησης μετά τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Έτσι, η συζήτηση αναμένεται να επικεντρωθεί στο κατά πόσο η μεγαλύτερη παραμονή των εργαζομένων στην αγορά εργασίας μπορεί να αποτελέσει αποτελεσματική απάντηση στις δημογραφικές και οικονομικές προκλήσεις των επόμενων ετών.

