Η Τράπεζα της Ελλάδος εμφανίζεται πιο αισιόδοξη για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας μετά τις τελευταίες γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και ειδικότερα μετά τη συμφωνία μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν. Σύμφωνα με το τελευταίο Οικονομικό Δελτίο της ΤτΕ, η αποκλιμάκωση της έντασης στην περιοχή δημιουργεί νέα δεδομένα για τις διεθνείς αγορές, περιορίζει σημαντικά την αβεβαιότητα και ενισχύει την πιθανότητα η ελληνική οικονομία να κινηθεί σε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από αυτούς που είχαν αρχικά προβλεφθεί.
Οι οικονομολόγοι της κεντρικής τράπεζας εκτιμούν ότι η συμφωνία μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για ένα ευνοϊκότερο οικονομικό περιβάλλον, με θετικές επιδράσεις τόσο στην ανάπτυξη όσο και στη σταθερότητα των τιμών, χωρίς ωστόσο να αγνοούν τους κινδύνους που εξακολουθούν να υπάρχουν σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον.
Τράπεζα της Ελλάδος: Νέο σενάριο με υψηλότερη ανάπτυξη
Στο νέο, πιο αισιόδοξο σενάριο που παρουσιάζει η Τράπεζα της Ελλάδος, ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 2,0% το 2026 και στο 2,1% τόσο το 2027 όσο και το 2028. Οι εκτιμήσεις αυτές είναι βελτιωμένες σε σχέση με το βασικό σενάριο που είχε παρουσιαστεί νωρίτερα, όταν η ένταση στη Μέση Ανατολή και οι αβεβαιότητες γύρω από τις ενεργειακές αγορές επηρέαζαν αρνητικά τις προβλέψεις. Στο προηγούμενο βασικό σενάριο, η ανάπτυξη υπολογιζόταν στο 1,9% για φέτος και στα ίδια περίπου επίπεδα για τα επόμενα χρόνια.
Όπως σημειώνεται στο Οικονομικό Δελτίο, «η πρόσφατη συμφωνία μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν στηρίζει την πιθανότητα ενός ηπιότερου σεναρίου για την ελληνική οικονομία». Η εκτίμηση αυτή βασίζεται κυρίως στη μείωση της γεωπολιτικής αβεβαιότητας, η οποία επηρεάζει άμεσα το κόστος ενέργειας, τις επενδύσεις και τη γενικότερη οικονομική δραστηριότητα.
Οι προβλέψεις για τον πληθωρισμό και τα δημόσια οικονομικά
Η Τράπεζα της Ελλάδος διατηρεί την εκτίμησή της για τον εναρμονισμένο πληθωρισμό στο 3,7% για το 2026, ενώ προβλέπει υποχώρησή του στο 2,5% το 2027 και στο 2,2% το 2028. Παράλληλα, οι οικονομολόγοι της ΤτΕ επισημαίνουν ότι η δημοσιονομική πολιτική αναμένεται να διατηρήσει επεκτατικό χαρακτήρα το 2026, κυρίως λόγω των μέτρων που έχουν ήδη αποφασιστεί για την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη μείωση των φορολογικών βαρών, η οποία θεωρείται ότι θα στηρίξει την κατανάλωση και θα ενισχύσει την οικονομική δραστηριότητα. Σημαντικά είναι και τα στοιχεία που αφορούν τα δημόσια οικονομικά.
Το πρωτογενές αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης για το 2025 επιβεβαιώθηκε στο 4,9% του ΑΕΠ, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Την ίδια στιγμή, ο δείκτης δημόσιου χρέους μειώθηκε κατά 8 ποσοστιαίες μονάδες, φτάνοντας στο 146,1% του ΑΕΠ. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στο υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα, στην πρόωρη αποπληρωμή υποχρεώσεων αλλά και στη διαφορά μεταξύ του κόστους δανεισμού και του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας.
Οι κίνδυνοι που εξακολουθούν να προβληματίζουν
Παρά τη βελτίωση των εκτιμήσεων, η Τράπεζα της Ελλάδος δεν παραβλέπει τους κινδύνους που εξακολουθούν να απειλούν την οικονομία. Σύμφωνα με την ανάλυση της ΤτΕ, οι κίνδυνοι παραμένουν κυρίως καθοδικοί και συνδέονται με ενδεχόμενη αποτυχία εφαρμογής της συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν ή με πιθανή αναζωπύρωση των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προκαλέσει νέα άνοδο στις τιμές της ενέργειας, να ενισχύσει τις πληθωριστικές πιέσεις και να επηρεάσει αρνητικά τις προοπτικές ανάπτυξης. Επιπλέον, οι οικονομολόγοι επισημαίνουν ως παράγοντες κινδύνου την ενίσχυση του εμπορικού προστατευτισμού σε διεθνές επίπεδο, αλλά και τα ολοένα συχνότερα ακραία κλιματικά φαινόμενα που επηρεάζουν παραγωγή, μεταφορές και επενδύσεις.
Παρά τις επιφυλάξεις αυτές, η συνολική εικόνα που παρουσιάζει η Τράπεζα της Ελλάδος είναι σαφώς πιο θετική σε σχέση με τους προηγούμενους μήνες, καθώς η αποκλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή δημιουργεί ένα πιο σταθερό περιβάλλον για την ελληνική οικονομία και ενισχύει τις προσδοκίες για ισχυρότερη ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια.

