Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ολοένα και πιο σύνθετο περιβάλλον, καθώς ο πόλεμος με το Ιράν τροφοδοτεί νέες πληθωριστικές πιέσεις την ώρα που οι προσδοκίες των καταναλωτών για τις μελλοντικές τιμές παραμένουν αισθητά πάνω από τον στόχο του 2%.
Τα τελευταία στοιχεία της ΕΚΤ δείχνουν ότι οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη υποχώρησαν οριακά τον Απρίλιο, ωστόσο η κορυφαία αξιωματούχος της Τράπεζας, Ιζαμπέλ Σνάμπελ, προειδοποιεί ότι ο κίνδυνος αποσταθεροποίησης των πληθωριστικών προσδοκιών αυξάνεται και δεν επιτρέπει πλέον στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να αγνοούν τις επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης.
Μικρή υποχώρηση των προσδοκιών
Σύμφωνα με τη μηνιαία έρευνα της ΕΚΤ, οι καταναλωτές της Ευρωζώνης εκτιμούν πλέον ότι ο πληθωρισμός θα διαμορφωθεί στο 2,9% σε ορίζοντα τριετίας, έναντι 3% τον Μάρτιο.
Παρά τη μικρή αποκλιμάκωση, το επίπεδο παραμένει σημαντικά υψηλότερο από τον μεσοπρόθεσμο στόχο του 2% που έχει θέσει η ΕΚΤ.
Οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό τους επόμενους δώδεκα μήνες παρέμειναν αμετάβλητες στο 4%, ενώ οι εκτιμήσεις για την πενταετία διατηρήθηκαν στο 2,4%.
Τα στοιχεία αυτά δημοσιοποιήθηκαν λίγες ώρες μετά τις νέες προειδοποιήσεις της Ιζαμπέλ Σνάμπελ, η οποία θεωρείται το πλέον «σκληρό» μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της ΕΚΤ όσον αφορά τη νομισματική πολιτική.
«Δεν μπορούμε πλέον να αγνοούμε το σοκ»
Μιλώντας σε συνέδριο της Τράπεζας της Κορέας στη Σεούλ, η Σνάμπελ υποστήριξε ότι ο πόλεμος με το Ιράν έχει ήδη αλλάξει ουσιαστικά τη δυναμική των τιμών στην παγκόσμια οικονομία.
Οι ζημιές στις ενεργειακές υποδομές και οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες, όπως τόνισε, δημιουργούν πιο μόνιμες πληθωριστικές πιέσεις, ακόμη και αν οι εχθροπραξίες τερματιστούν άμεσα.
«Δεν μπορούμε πλέον να αγνοούμε αυτό το σοκ», δήλωσε χαρακτηριστικά.
«Ο κίνδυνος αποσταθεροποίησης των πληθωριστικών προσδοκιών αυξάνεται».
Η Σνάμπελ είχε ήδη προειδοποιήσει από την προηγούμενη εβδομάδα ότι τα στοιχεία για τον πληθωρισμό και η μετατόπιση των προσδοκιών προς υψηλότερα επίπεδα αποτελούν ανησυχητικές ενδείξεις για την ΕΚΤ.
Νέα αύξηση επιτοκίων προ των πυλών
Οι δηλώσεις της ενισχύουν τις εκτιμήσεις των αγορών ότι η ΕΚΤ θα προχωρήσει σε νέα αύξηση επιτοκίων στη συνεδρίαση της 10ης και 11ης Ιουνίου.
Η πλειονότητα των οικονομολόγων εκτιμά ότι η Τράπεζα θα αυξήσει το επιτόκιο καταθέσεων αυτόν τον μήνα και πιθανότατα ακόμη μία φορά μέσα στο έτος, επιχειρώντας να αποτρέψει τη μετάδοση του αυξημένου ενεργειακού κόστους στον δομικό πληθωρισμό.
Αναλυτές προβλέπουν ότι τα στοιχεία που θα δημοσιευθούν την Τρίτη θα δείξουν περαιτέρω επιτάχυνση του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη, με τον ετήσιο δείκτη να διαμορφώνεται στο 3,2%, σημαντικά υψηλότερα από τον στόχο της ΕΚΤ.
Πληθωρισμός και ανάπτυξη δημιουργούν δίλημμα
Παρά τις αυξανόμενες πληθωριστικές πιέσεις, αρκετά στελέχη της ΕΚΤ ανησυχούν για τις επιπτώσεις του πολέμου στην οικονομική δραστηριότητα.
Η ίδια η έρευνα της ΕΚΤ κατέγραψε επιδείνωση της καταναλωτικής ψυχολογίας, με τους πολίτες να προβλέπουν συρρίκνωση του ΑΕΠ της Ευρωζώνης κατά 2,2% τους επόμενους δώδεκα μήνες, έναντι πρόβλεψης για μείωση 2,1% τον Μάρτιο.
Παράλληλα, οι προσδοκίες για την ανεργία βελτιώθηκαν οριακά, με το ποσοστό να εκτιμάται στο 11,2% έναντι 11,3% προηγουμένως.
Η Σνάμπελ υπογράμμισε ότι το σημερινό σοκ διαφέρει από προηγούμενες ενεργειακές κρίσεις, καθώς λειτουργεί ταυτόχρονα ως σοκ προσφοράς και ζήτησης σε παγκόσμιο επίπεδο.
Όπως εξήγησε, η αύξηση των τιμών παραγωγού στην Κίνα και σε άλλες μεγάλες οικονομίες μεταφέρεται ήδη στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες, δημιουργώντας νέες πληθωριστικές πιέσεις στα βιομηχανικά προϊόντα.
«Βλέπουμε σε παγκόσμιο επίπεδο ότι οι πιέσεις στην αλυσίδα παραγωγής αυξάνονται. Αυτό θα δημιουργήσει πληθωριστικές πιέσεις σχεδόν σε ολόκληρο τον κόσμο», προειδοποίησε.
Επιφυλακτικότητα για τη συνέχεια
Παρά τη σχεδόν βέβαιη αύξηση επιτοκίων τον Ιούνιο, η Σνάμπελ απέφυγε να δεσμευτεί για τον συνολικό αριθμό των μελλοντικών κινήσεων.
Όπως ανέφερε, οι αποφάσεις της ΕΚΤ θα εξαρτηθούν από τα νέα οικονομικά στοιχεία και την εξέλιξη της κρίσης στη Μέση Ανατολή.
«Είναι πολύ νωρίς για να πούμε πόσες αυξήσεις επιτοκίων θα χρειαστούν. Πρέπει να δούμε τι θα συμβεί από εδώ και πέρα», σημείωσε.
Η δήλωση αυτή αποτυπώνει το δύσκολο δίλημμα που αντιμετωπίζει η ΕΚΤ: από τη μία πλευρά καλείται να περιορίσει τον πληθωρισμό και από την άλλη να αποφύγει την περαιτέρω επιβράδυνση μιας οικονομίας που ήδη εμφανίζει σημάδια κόπωσης.

