Η διεύρυνση επιστρέφει δυναμικά στην ατζέντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με εννέα χώρες να επιδιώκουν την ένταξή τους. Υπάρχει όμως ένα εντυπωσιακό ευρωπαϊκό παράδοξο: την ώρα που οικονομίες των Βαλκανίων και της Ανατολικής Ευρώπης αντιμετωπίζουν την είσοδο στην ΕΕ ως στρατηγικό στόχο, τρεις από τις πλουσιότερες δημοκρατίες της ηπείρου –η Νορβηγία, η Ελβετία και η Ισλανδία– επιλέγουν να παραμείνουν εκτός.Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι η Ισλανδία. Στο δημοψήφισμα της 29ης Αυγούστου 2026, το 52,8% των ψηφοφόρων απέρριψε την επανέναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, έναντι 47,2% που ψήφισε υπέρ.
Οι χώρες που θέλουν να μπουν στην ΕΕ
Στην ευρωπαϊκή «αίθουσα αναμονής» βρίσκονται χώρες των Δυτικών Βαλκανίων και της Ανατολικής Ευρώπης. Αλβανία, Μαυροβούνιο, Σερβία, Βόρεια Μακεδονία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Ουκρανία και Μολδαβία συγκαταλέγονται μεταξύ των χωρών που βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια της ενταξιακής διαδικασίας.Το Μαυροβούνιο έχει ήδη κλείσει 18 από τα 33 διαπραγματευτικά κεφάλαια, θέτοντας ως στόχο την ένταξη έως το 2028, ενώ η Αλβανία επιδιώκει να ολοκληρώσει τις διαπραγματεύσεις έως το 2027.
Για τις οικονομίες αυτές, η ένταξη σημαίνει πολύ περισσότερα από πολιτική συμμετοχή στην ΕΕ. Προσφέρει πρόσβαση στην τεράστια ενιαία ευρωπαϊκή αγορά, ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, ισχυρότερο επενδυτικό περιβάλλον και ένα θεσμικό πλαίσιο που μπορεί να επιταχύνει τις μεταρρυθμίσεις.
Γιατί οι πλούσιες χώρες προτιμούν να μένουν εκτός
Για Νορβηγία, Ελβετία και Ισλανδία, η οικονομική εξίσωση είναι διαφορετική. Πρόκειται για ιδιαίτερα εύπορες και θεσμικά σταθερές οικονομίες, οι οποίες έχουν ήδη εξασφαλίσει σημαντικό βαθμό πρόσβασης στην ευρωπαϊκή αγορά χωρίς να είναι πλήρη μέλη της ΕΕ.Η Ισλανδία και η Νορβηγία συμμετέχουν στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, ενώ η Ελβετία έχει αναπτύξει ένα εκτεταμένο δίκτυο διμερών συμφωνιών με τις Βρυξέλλες.Ειδικά για την Ισλανδία, σημαντικό ρόλο παίζει το γεγονός ότι έχει ήδη πρόσβαση στην ενιαία αγορά μέσω του ΕΟΧ και συμμετέχει στη ζώνη Σένγκεν, ενώ η ασφάλειά της καλύπτεται από τη συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ.
Το ερώτημα επομένως για αυτές τις χώρες δεν είναι τόσο τι οικονομικά οφέλη μπορούν να αποκτήσουν από την ΕΕ, αλλά εάν τα πρόσθετα πλεονεκτήματα της πλήρους συμμετοχής αξίζουν την παραχώρηση μεγαλύτερου μέρους της εθνικής αυτονομίας.Η αντίθεση είναι χαρακτηριστική: για τις υποψήφιες οικονομίες η ΕΕ αποτελεί εργαλείο ανάπτυξης, επενδύσεων και γεωπολιτικής ασφάλειας, ενώ για τις πλουσιότερες χώρες που βρίσκονται εκτός Ένωσης μεγάλο μέρος αυτών των πλεονεκτημάτων έχει ήδη εξασφαλιστεί χωρίς πλήρη ένταξη.

