Σε χαμηλό 17 ετών αναμένεται να υποχωρήσει η παραγωγή πετρελαίου της Ρωσίας το 2026, καθώς οι δυτικές κυρώσεις, τα προβλήματα στις εξαγωγές και οι ουκρανικές επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές ασκούν αυξανόμενες πιέσεις σε έναν από τους σημαντικότερους παραγωγούς αργού στον κόσμο. Η Μόσχα αναθεωρεί προς τα κάτω τις προβλέψεις της, με την παραγωγή να αναμένεται πλέον στους 494,2 εκατ. τόνους ή περίπου 9,88 εκατ. βαρέλια ημερησίως, επίπεδο που αποτελεί το χαμηλότερο από το 2009.
Μεγάλη αναθεώρηση των προβλέψεων
Τα νέα στοιχεία προκύπτουν από σχέδιο κυβερνητικών προβλέψεων που επικαλείται το Reuters και δείχνουν σημαντική επιδείνωση της εικόνας του ρωσικού πετρελαϊκού κλάδου.
Η προηγούμενη πρόβλεψη της Μόσχας ήταν αισθητά υψηλότερη. Τον Μάιο η παραγωγή πετρελαίου και συμπυκνωμάτων για το 2026 προβλεπόταν στους 511 εκατ. τόνους, έναντι 511,4 εκατ. τόνων το 2025.
Η νέα εκτίμηση των 494,2 εκατ. τόνων σημαίνει ότι μέσα σε λίγους μήνες η πρόβλεψη μειώθηκε κατά περίπου 16,8 εκατ. τόνους.
Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την παγκόσμια αγορά πετρελαίου, η οποία βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με σοβαρές γεωπολιτικές και εφοδιαστικές αναταράξεις.
Οι ουκρανικές επιθέσεις πλήττουν τις υποδομές
Ένας από τους βασικούς παράγοντες πίσω από την υποχώρηση είναι οι συνεχιζόμενες ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις.
Διυλιστήρια, αποθηκευτικές εγκαταστάσεις και υποδομές μεταφοράς πετρελαίου έχουν βρεθεί επανειλημμένα στο στόχαστρο, προκαλώντας προσωρινές διακοπές λειτουργίας και περιορίζοντας την ικανότητα της Ρωσίας να επεξεργάζεται και να διακινεί πετρελαϊκά προϊόντα.
Η πίεση έγινε ακόμη μεγαλύτερη στα τέλη Αυγούστου, όταν η παραγωγή βενζίνης στη Ρωσία υποχώρησε περίπου στο 70% της εγχώριας ζήτησης, δημιουργώντας ελλείψεις και αναγκάζοντας τη Μόσχα να αυξήσει τις εισαγωγές καυσίμων.
Το βάρος των δυτικών κυρώσεων
Την ίδια στιγμή, οι δυτικές κυρώσεις εξακολουθούν να δυσκολεύουν την πρόσβαση της Ρωσίας στις παραδοσιακές ενεργειακές αγορές.
Οι ευρωπαϊκές απαγορεύσεις εισαγωγών, οι περιορισμοί στη χρηματοδότηση και στην ασφάλιση φορτίων και οι κυρώσεις που αφορούν εταιρείες και πλοία έχουν αναγκάσει τη Μόσχα να αναδιαμορφώσει τις εμπορικές ροές της.
Μεγάλο μέρος του ρωσικού πετρελαίου κατευθύνεται πλέον προς την Ασία, κυρίως προς την Κίνα και την Ινδία, συχνά με μεγαλύτερες αποστάσεις μεταφοράς και διαφορετικούς εμπορικούς όρους.
Η εξέλιξη έχει αλλάξει συνολικά τον χάρτη του διεθνούς εμπορίου ρωσικού πετρελαίου.
Τι προβλέπεται για τις εξαγωγές αργού
Παρά τη χαμηλότερη παραγωγή, οι εξαγωγές αργού πετρελαίου προβλέπεται να αυξηθούν προσωρινά.
Για το 2026 εκτιμώνται στους 244,7 εκατ. τόνους, καθώς η μειωμένη δυνατότητα των ρωσικών διυλιστηρίων να επεξεργαστούν αργό μπορεί να οδηγήσει μεγαλύτερες ποσότητες απευθείας προς τις αγορές του εξωτερικού.
Η εικόνα όμως αλλάζει τα επόμενα χρόνια. Μέχρι το 2028-2029 οι εξαγωγές αργού προβλέπεται να υποχωρήσουν περίπου στους 216,6 εκατ. τόνους.
Αυτό δείχνει ότι η ρωσική κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζει την πίεση ως ένα αποκλειστικά προσωρινό φαινόμενο.
Μεγάλη πτώση στις εξαγωγές καυσίμων
Πιο έντονο είναι το πρόβλημα στα διυλισμένα προϊόντα.
Οι εξαγωγές καυσίμων προβλέπονται περίπου στους 98,5 εκατ. τόνους το 2026, σημαντικά χαμηλότερα από τις προηγούμενες εκτιμήσεις.
Οι ζημιές στα διυλιστήρια περιορίζουν την παραγωγή βενζίνης, diesel και άλλων προϊόντων, ενώ η ανάγκη να εξασφαλιστεί επάρκεια στην εσωτερική αγορά αναγκάζει τη ρωσική κυβέρνηση να περιορίζει κατά περιόδους τις εξαγωγές.
Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό επειδή τα διυλισμένα προϊόντα έχουν διαφορετική επίδραση στην αγορά από το αργό. Έλλειψη diesel ή βενζίνης μπορεί να προκαλέσει μεγάλες αυξήσεις στα περιθώρια διύλισης και στις τελικές τιμές των καυσίμων ακόμη και όταν το αργό δεν κινείται αντίστοιχα.
Τι σημαίνει για τον OPEC+
Η Ρωσία παραμένει ένας από τους σημαντικότερους εταίρους της Σαουδικής Αραβίας στον OPEC+ και οποιαδήποτε μεγάλη υποχώρηση της πραγματικής ρωσικής παραγωγής επηρεάζει τις ισορροπίες της συμμαχίας.
Ο OPEC+ αυξάνει σταδιακά τις ποσοστώσεις παραγωγής, επιχειρώντας να ενισχύσει την προσφορά μετά τις μεγάλες διαταραχές των προηγούμενων μηνών.
Ωστόσο, η δυνατότητα μιας χώρας να αυξήσει πραγματικά την παραγωγή της δεν ταυτίζεται πάντα με την επίσημη ποσόστωση.
Εάν η Ρωσία αντιμετωπίζει τεχνικούς, εμπορικούς και γεωπολιτικούς περιορισμούς, μπορεί να δυσκολευτεί να αξιοποιήσει πλήρως υψηλότερα όρια παραγωγής.
Το πετρέλαιο παραμένει πάνω από τα 80 δολάρια
Η νέα ρωσική πρόβλεψη έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η παγκόσμια αγορά παραμένει εξαιρετικά ευαίσθητη στις διαταραχές της προσφοράς.
Δημοσκόπηση του Reuters μεταξύ 31 αναλυτών δείχνει ότι το Brent αναμένεται να διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στα 85,08 δολάρια το βαρέλι το 2026, ενώ για το αμερικανικό WTI η αντίστοιχη πρόβλεψη βρίσκεται στα 80,20 δολάρια.
Οι εξελίξεις στα Στενά του Ορμούζ, η κατάσταση στη Μέση Ανατολή, η ρωσική παραγωγή και η χαμηλότερη ζήτηση από την Κίνα δημιουργούν ένα εξαιρετικά σύνθετο περιβάλλον.
Ο αντίθετος παράγοντας: Η παγκόσμια ζήτηση
Η χαμηλότερη ρωσική παραγωγή θα μπορούσε υπό φυσιολογικές συνθήκες να δημιουργήσει ισχυρή ανοδική πίεση στις τιμές. Υπάρχει όμως ένας σημαντικός αντίρροπος παράγοντας: η εξασθένηση της παγκόσμιας ζήτησης.
Ο OPEC έχει μειώσει επανειλημμένα την πρόβλεψή του για την αύξηση της κατανάλωσης πετρελαίου το 2026, ενώ ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας έχει ακόμη πιο απαισιόδοξη εικόνα.
Καθοριστικό ρόλο παίζει η Κίνα, όπου η χαμηλότερη κατανάλωση, η αύξηση των ηλεκτρικών αυτοκινήτων και οι αλλαγές στη δραστηριότητα των διυλιστηρίων περιορίζουν την ανάγκη για εισαγωγές.
Έτσι, η αγορά βρίσκεται ανάμεσα σε δύο αντίθετες δυνάμεις: προβλήματα στην παγκόσμια προσφορά από τη μία και ασθενέστερη ζήτηση από την άλλη.
Γιατί το ρωσικό πετρέλαιο παραμένει κρίσιμο
Παρά τις κυρώσεις και τη σταδιακή προσπάθεια της Ευρώπης να μειώσει την εξάρτησή της από τη ρωσική ενέργεια, η Ρωσία εξακολουθεί να είναι ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς πετρελαίου στον κόσμο.
Μια υποχώρηση της παραγωγής σε χαμηλό 17 ετών δεν αποτελεί επομένως μόνο ρωσικό οικονομικό πρόβλημα.
Μπορεί να επηρεάσει τις διεθνείς τιμές του αργού, τα περιθώρια διύλισης, το κόστος μεταφοράς και τελικά τις τιμές των καυσίμων που πληρώνουν επιχειρήσεις και καταναλωτές.
Το κρίσιμο ερώτημα για τους επόμενους μήνες είναι εάν η πτώση της ρωσικής παραγωγής θα αποδειχθεί προσωρινή ή εάν οι ζημιές στις υποδομές και οι κυρώσεις θα δημιουργήσουν μια πιο μόνιμη μείωση της παραγωγικής δυνατότητας της χώρας.
Σε μια παγκόσμια αγορά που ήδη λειτουργεί με σημαντικούς γεωπολιτικούς περιορισμούς, ακόμη και μια σχετικά μικρή απώλεια διαθέσιμων βαρελιών μπορεί να αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη σημασία.

