Το Ταμείο Ανάκαμψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτέλεσε τη μεγαλύτερη κοινή δημοσιονομική παρέμβαση στην ιστορία της Ένωσης μετά την πανδημία. Έξι χρόνια μετά τη δημιουργία του, ωστόσο, ο απολογισμός του παραμένει μικτός. Παρά το γεγονός ότι χρηματοδότησε εκατοντάδες έργα και συνέβαλε στην ανάκαμψη των ευρωπαϊκών οικονομιών, δεν φαίνεται να πέτυχε τον στόχο μιας ουσιαστικής αλλαγής στην αναπτυξιακή πορεία της Ευρώπης, σύμφωνα με ανάλυση του Economist.
Ιταλία και Ισπανία: διαφορετικά αποτελέσματα από τους ίδιους ευρωπαϊκούς πόρους
Χαρακτηριστικά παραδείγματα της αξιοποίησης των κονδυλίων συναντώνται σε Ιταλία και Ισπανία.
Στη Φλωρεντία, η επέκταση του δικτύου τραμ, συνολικού προϋπολογισμού 500 εκατ. ευρώ, αποτελεί το μεγαλύτερο έργο που χρηματοδοτείται μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης. Παράλληλα, το πρόγραμμα καλύπτει ακόμη 55 διαφορετικές παρεμβάσεις, μεταξύ των οποίων η δημιουργία βρεφονηπιακών σταθμών και ποδηλατοδρόμων.
Στη Μαδρίτη, η μεγαλύτερη αγορά ψαριών της Ισπανίας έλαβε επιχορήγηση ύψους 400.000 ευρώ, προκειμένου να εγκαταστήσει ψηφιακό σύστημα για τις παραγγελίες και τις πληρωμές. Με τον τρόπο αυτό αντικαταστάθηκαν οι χειρόγραφες διαδικασίες και μειώθηκε αισθητά ο χρόνος εξυπηρέτησης.
Στον πυρήνα του NextGenerationEU βρίσκεται ο Μηχανισμός Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF), ο οποίος δημιουργήθηκε το 2020. Μέχρι σήμερα έχουν εγκριθεί συνολικά 577 δισ. ευρώ σε επιχορηγήσεις και δάνεια. Πρόκειται για την πρώτη φορά που η Ευρωπαϊκή Ένωση προχώρησε σε συλλογικό δανεισμό τόσο μεγάλης κλίμακας, γεγονός που χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως μια ευρωπαϊκή «στιγμή Χάμιλτον», σε αναφορά στην ιστορική απόφαση των ΗΠΑ να χρηματοδοτήσουν την ομοσπονδιακή κυβέρνηση μέσω κοινών ομολόγων.
Ο σχεδιασμός του Ταμείου βασίστηκε σε τρεις βασικούς άξονες: την ταχεία ανάκαμψη των οικονομιών μετά την πανδημία, την επιτάχυνση της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης και την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που θα ενίσχυαν την ανταγωνιστικότητα των κρατών-μελών. Οι τελευταίες εκταμιεύσεις αναμένεται να πραγματοποιηθούν έως το τέλος του 2026.
Οι δύο μεγαλύτεροι αποδέκτες των ευρωπαϊκών πόρων ήταν η Ιταλία, με 194 δισ. ευρώ, και η Ισπανία, με 120 δισ. ευρώ. Μαζί αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το 40% του συνόλου των διαθέσιμων πόρων.
Ωστόσο, η οικονομική πορεία των δύο χωρών ήταν σημαντικά διαφορετική.
Η Ιταλία είχε εκτιμήσει ότι η ανάπτυξη θα μπορούσε να αυξηθεί από περίπου 1% σε 3,6% το 2026. Στην πραγματικότητα, ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης παρέμεινε κάτω από το 1% από το 2023 και μετά.
Η εικόνα στην Ισπανία ήταν σαφώς καλύτερη, καθώς η οικονομία της κατέγραψε ανάπτυξη άνω του 2,5% κάθε χρόνο από το 2021.
Η περίπτωση της Ιταλίας και η διαφορά με την Ελλάδα
Μελέτη των οικονομολόγων Τίτο Μποέρι και Ρομπέρτο Περότι του Πανεπιστημίου Bocconi προειδοποιεί ότι η Ιταλία κινδυνεύει να ολοκληρώσει το πρόγραμμα έχοντας υψηλότερο χρέος, χωρίς παράλληλα να έχει επιλύσει βασικές διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας της.
Οι δύο οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι αρκετές από τις παρεμβάσεις ήταν μικρής σημασίας ή δύσκολο να υλοποιηθούν. Παράλληλα, επισημαίνουν ότι, σε αντίθεση με την Ελλάδα, το ιταλικό σχέδιο δεν χαρακτηριζόταν από την ίδια συνοχή και τον ίδιο στρατηγικό προσανατολισμό.
Η Ισπανία, από την άλλη πλευρά, εμφανίζει σαφώς ισχυρότερες αναπτυξιακές επιδόσεις. Ωστόσο, οι οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι δεν μπορεί να αποδοθεί το σύνολο της ανάπτυξης της χώρας στη χρηματοδότηση του Ταμείου Ανάκαμψης.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν και οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, με την ισπανική κυβέρνηση να περιορίζει την κατάχρηση των προσωρινών συμβάσεων και να μειώνει τα γραφειοκρατικά εμπόδια για μικρές επιχειρήσεις και νεοφυείς εταιρείες.
Παρά τις θετικές εξελίξεις, η αύξηση της παραγωγικότητας παρέμεινε περιορισμένη, καθώς διαμορφώθηκε μόλις στο 0,7% το 2025.
Την ίδια στιγμή, η μαζική μετανάστευση συνέβαλε περίπου στο ήμισυ της οικονομικής ανάπτυξης της Ισπανίας και στα δύο τρίτα των νέων θέσεων εργασίας, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ισπανίας. Σημαντική συμβολή είχαν επίσης η ανάκαμψη του τουρισμού και η ενίσχυση των εξαγωγών υπηρεσιών.
Το ισπανικό υπουργείο Οικονομίας υπολογίζει ότι οι πόροι του Ταμείου πρόσθεσαν περίπου τρεις ποσοστιαίες μονάδες στο ΑΕΠ. Το ινστιτούτο Funcas, ωστόσο, εκτιμά ότι μόλις το 14% της συνολικής ανάπτυξης την περίοδο 2021-2025 μπορεί να αποδοθεί στους ευρωπαϊκούς πόρους.
Τα οφέλη που ενδέχεται να φανούν τα επόμενα χρόνια
Παρά τις αμφιβολίες για τον άμεσο αντίκτυπο, αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι η πλήρης επίδραση του Ταμείου μπορεί να γίνει περισσότερο εμφανής σε βάθος χρόνου.
Στην Ισπανία, σημαντικό μέρος των χρημάτων διοχετεύθηκε σε μεγάλες επενδύσεις, μεταξύ άλλων στην ανάπτυξη παραγωγικών αλυσίδων για ηλεκτρικά αυτοκίνητα και μπαταρίες.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ανδαλουσία, όπου η ενεργειακή εταιρεία Moeve κατασκευάζει μονάδα πράσινου υδρογόνου ύψους 1 δισ. ευρώ. Το έργο λαμβάνει επιχορήγηση 300 εκατ. ευρώ από το RRF και αναμένεται να αποτελέσει τη μεγαλύτερη μονάδα του είδους της στη νότια Ευρώπη.
Ανάλογες θετικές εξελίξεις καταγράφονται και στην Ιταλία. Ορισμένες από τις μεταρρυθμίσεις που συνδέθηκαν με το πρόγραμμα έχουν ήδη αρχίσει να αποδίδουν.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης, η οποία αποτέλεσε βασική απαίτηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς οι μεγάλες καθυστερήσεις λειτουργούσαν αποτρεπτικά για τις επενδύσεις. Στοιχεία του Πανεπιστημίου του Μιλάνου δείχνουν ότι η μέση διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών έχει περιοριστεί κατά 28% σε σύγκριση με το 2019.
Παράλληλα, η Ιταλία αναμένεται να δημιουργήσει περίπου 150.000 νέες θέσεις σε βρεφονηπιακούς σταθμούς, εξέλιξη που εκτιμάται ότι μπορεί να ενισχύσει τη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας.
Στα έργα που χρηματοδοτούνται περιλαμβάνεται επίσης η νέα σιδηροδρομική σύνδεση υψηλής ταχύτητας Νάπολη – Μπάρι, η οποία θα συνδέσει δύο από τις σημαντικότερες πόλεις της νότιας Ιταλίας.
Οι αδυναμίες του Ταμείου Ανάκαμψης
Πέρα από τις επιμέρους επιτυχίες, το ίδιο το μοντέλο λειτουργίας του Ταμείου παρουσιάζει ορισμένες δομικές αδυναμίες.
Η ανάγκη για ταχύτατη διοχέτευση κεφαλαίων στην οικονομία κατά την περίοδο της πανδημίας οδήγησε, σε ορισμένες περιπτώσεις, στη χρηματοδότηση επενδύσεων που πιθανότατα θα πραγματοποιούνταν ακόμη και χωρίς την ευρωπαϊκή στήριξη.
Ένα ακόμη ζήτημα είναι ότι μεγάλο μέρος των πόρων διοχετεύθηκε μέσω των εθνικών κυβερνήσεων, αντί να κατευθυνθεί σε πανευρωπαϊκές υποδομές και διασυνοριακά έργα. Αυτό περιόρισε σε κάποιο βαθμό τον συνολικό αντίκτυπο του προγράμματος σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Όπως επισημαίνει ο οικονομολόγος Μανουέλ Ιδάλγο του Πανεπιστημίου της Σεβίλλης, η Ευρώπη δεν έχει ακόμη υιοθετήσει πλήρως την αντίληψη ότι ορισμένες επενδύσεις πρέπει να σχεδιάζονται και να υλοποιούνται σε πανευρωπαϊκή κλίμακα, ώστε να μπορούν να αποδώσουν το μέγιστο δυνατό οικονομικό και αναπτυξιακό όφελος.

