Οι δημοσκοπήσεις της τελευταίας περιόδου παραπέμπουν σε ένα εξαιρετικά ρευστό πολιτικό σκηνικό και εφόσον επιβεβαιωθούν τα ποσοστά των εταιρειών και στην κάλπη, τότε μπορεί να έχουμε ακόμη και Βουλή με 12 κόμματα!

Μια τέτοια εξέλιξη θα έθετε αυτομάτως τη χώρα σε κατάσταση αστάθειας, οδηγώντας σε δεύτερη εκλογική αναμέτρηση και καθιστώντας περισσότερο πιθανό το ενδεχόμενο και για τρίτη εκλογική αναμέτρηση. Η Νέα Δημοκρατία και ο πρωθυπουργός πρέπει να δουν πολύ σοβαρά τη στατιστική σύγκριση ανάμεσα στο φαινόμενο του 2023 και τις τρέχουσες μετρήσεις, που αποκαλύπτουν τη μαθηματική σχέση της πρωθυπουργικής εικόνας με την κάλπη. Τα συμπεράσματα που προκύπτουν δεν είναι θετικά ούτε για τη Νέα Δημοκρατία και τον Πρωθυπουργό, αλλά ούτε και για τη... χώρα.
Πολλοί δημοσκόποι έχουν επισημάνει κατά καιρούς ότι η πολιτική ανάλυση στην Ελλάδα συχνά εστιάζει αποκλειστικά στην πρόθεση ψήφου, παραγνωρίζοντας έναν από τους πιο αξιόπιστους προγνωστικούς δείκτες των εκλογικών αναμετρήσεων που είναι το ερώτημα σχετικά με το "ποιον θεωρείτε καταλληλότερο για πρωθυπουργό". Η ιστορία των ελληνικών εκλογών έχει αποδείξει ότι το ποσοστό αποδοχής του εν ενεργεία αρχηγού λειτουργεί ως το πραγματικό "ταβάνι" ή το βαρόμετρο της τελικής επίδοσης του κυβερνώντος κόμματος.
Το 2023 και το... σήμερα
Λίγες εβδομάδες πριν από τις βουλευτικές εκλογές του Μαΐου του 2023, οι περισσότερες δημοσκοπήσεις εμφάνιζαν τη Νέα Δημοκρατία στην πρόθεση ψήφου με ποσοστά που κυμαίνονταν μεταξύ 31% και 33%.
Ωστόσο, υπήρχε ένα ποιοτικό στοιχείο που ελάχιστοι αναλυτές αξιολόγησαν σωστά. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατέγραφε σταθερά στον δείκτη καταλληλότητας για την πρωθυπουργία ποσοστά κοντά στο 37% με 38%, διατηρώντας μια χαοτική διαφορά άνω των 10-15 μονάδων από τον τότε αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Αλέξη Τσίπρα. Όταν άνοιξαν οι κάλπες, το τελικό αποτέλεσμα εξέπληξε τα ινστιτούτα μετρήσεων. Η Νέα Δημοκρατία έλαβε 40,56%. Στην πραγματικότητα, η τελική επίδοση του κόμματος δεν ακολούθησε την "παγωμένη" πρόθεση ψήφου των προηγούμενων μηνών, αλλά συσπειρώθηκε και ταυτίστηκε απόλυτα με το προσωπικό ποσοστό καταλληλότητας του Κυριάκου Μητσοτάκη, συν την παραδοσιακή ώθηση της χαμένης ψήφου των μικρών κομμάτων μετά τη σχετική αναγωγή. Οι ψηφοφόροι επέλεξαν με βασικό κριτήριο τη σταθερότητα στο Μέγαρο Μαξίμου, αποδεικνύοντας ότι η πρωθυπουργική επάρκεια υπερβαίνει την κομματική ταύτιση.
Η πραγματικότητα των μετρήσεων
Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν μια ριζικά διαφορετική εικόνα, η οποία πρέπει να ανησυχήσει πρώτα απ΄ όλα τον ίδιο τον Μητσοτάκη, ο οποίος, είναι δεδομένο ότι έως τις εκλογές θα επικαλείται το δίλημμα " σταθερότητα ή επιστροφή στην περιπέτεια".
Με βάση τα ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά των δημοσκοπήσεων, σήμερα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης διατηρεί μεν την πολιτική κυριαρχία και την πρώτη θέση στην εμπιστοσύνη των πολιτών για τη διακυβέρνηση της χώρας, αλλά με ένα σαφώς συμπιεσμένο ποσοστό της τάξης του 27% έως 31%. Το πιο εντυπωσιακό εύρημα της περιόδου είναι ότι η απάντηση "Κανένας" έχει σκαρφαλώσει στη δεύτερη θέση, συγκεντρώνοντας ποσοστά από 20%-36,5%! Αυτό σημαίνει ότι ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας νιώθει πολιτικά άστεγο.
Παράλληλα, οι βασικοί αντίπαλοι του Κυριάκου Μητσοτάκη, δηλαδή οι Τσίπρας και Ανδρουλάκης καταγράφουν χαμηλά μονοψήφια ή χαμηλά διψήφια ποσοστά (από 7% έως 13%), επιβεβαιώνοντας ότι η φθορά της κυβέρνησης δεν κεφαλαιοποιείται αυτόματα από κάποιον εναλλακτικό πόλο εξουσίας. Τα ποσοστά της Νέας Δημοκρατίας και του Μητσοτάκη δείχνουν μια πάρα πολύ σοβαρή φθορά, αλλά από την άλλη πλευρά, κοιτώντας τα αντίστοιχα ποσοστά των βασικών... διωκτών του, σε πιάνει... απελπισία!
Τα ποσοστά της επόμενης κάλπης και ο... τοίχος!
Η εφαρμογή του μαθηματικού μοντέλου του 2023 στα σημερινά δεδομένα, οδηγεί σε μια ισχυρή και βάσιμη προσομοίωση για την πιθανή εκλογική επίδοση της Νέας Δημοκρατίας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, εάν επαναληφθεί η τάση του 2023 και το κόμμα καταφέρει να ταυτίσει το τελικό του ποσοστό με το ανώτατο όριο καταλληλότητας του αρχηγού του, τότε η ΝΔ κινείται αυτή τη στιγμή σε ένα εύρος μεταξύ 29,5% και 32,5%. Σε μια κάλπη όπου τα κόμματα που μένουν εκτός Βουλής συγκεντρώνουν ένα συνολικό ποσοστό της τάξης του 6%-8%, η αναγωγή επί των εγκύρων προσθέτει παραδοσιακά μια διορθωτική ώθηση της τάξης των 2-3 ποσοστιαίων μονάδων στο πρώτο κόμμα. Αυτό σημαίνει ότι η Νέα Δημοκρατία, εάν γίνονταν εκλογές σήμερα, θα μπορούσε να διεκδικήσει ένα ποσοστό από 31,5% έως 33,5%.
Το συμπέρασμα της προσομοίωσης είναι αδιαμφισβήτητο, καθώς δεν υπάρχει περίπτωση επιστροφής της ΝΔ στα ποσοστά του 2023. Και ο λόγος είναι πάρα πολύ απλός. Το 2023 ο Κυριάκος Μητσοτάκης αντλούσε δυνάμεις από μια μεγάλη δεξαμενή κεντρώων και μετριοπαθών ψηφοφόρων. Σήμερα, η πιεστική καθημερινότητα λόγω της ακρίβειας, το νέο κόμμα Σαμαρά, οι απογοητευμένοι δεξιοί του 2023 και η γενικευμένη κόπωση της δεύτερης τετραετίας έχουν χαμηλώσει την οροφή της καταλληλότητας του Πρωθυπουργού. Η ΝΔ παραμένει το αδιαφιλονίκητο φαβορί για την πρωτιά, ωστόσο η αριθμητική των δημοσκοπήσεων δείχνει ότι ο δρόμος προς την επόμενη κάλπη δεν θα κριθεί από την άνεση του παρελθόντος, αλλά από τη μάχη για τη συγκράτηση των δυνάμεων πέριξ του 30%.
Με βάση τα παραπάνω, οι προσεχείς εκλογές θα αποτελέσουν έναν πραγματικό γρίφο, σε σχέση με την επόμενη μέρα διακυβέρνησης της χώρας. Η επόμενη Βουλή παραπέμπει σε ένα πραγματικό... ροντέο, καθώς ακόμη και η σύμπραξη Νέας Δημοκρατίας-ΠΑΣΟΚ για τη συγκρότηση κυβέρνησης, μπορεί να μην είναι αρκετή για να επιτευχθεί η πλειοψηφία των 151 εδρών. Το χειρότερο απ΄ όλα είναι ότι μια κοινωνία όπου το καθαρό μυαλό λείπει από τους περισσότερους, μπορεί να εκτροχιάσει τη χώρα και να οδηγήσει σε μεγάλες περιπέτειες. Το γνωστό "τσιτάτο" ότι "στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα", δεν νομίζουμε ότι έχει και πολύ χώρο στην περίπτωση της Ελλάδας, καθώς τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, όσο φαντάζονται κάποιοι. Το ελληνικό success story απαιτεί για πολλά χρόνια... μαραθωνοδρόμους που πρέπει να τρέχουν όπως ένας "σπρίντερ" σε κούρσα 100 μέτρων!

