Με ισχυρές αποδόσεις ολοκλήρωσε και τον Αύγουστο το Χρηματιστήριο Αθηνών, επιβεβαιώνοντας ότι η ελληνική αγορά εξακολουθεί να συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον αποδοτικών διεθνώς μέσα στο 2026.
Ο Γενικός Δείκτης έκλεισε τον τελευταίο μήνα του καλοκαιριού με κέρδη 4,1%, διατηρώντας παράλληλα την ελληνική αγορά στην πρώτη πεντάδα των χρηματιστηρίων παγκοσμίως σε επίπεδο αποδόσεων από την αρχή του έτους.
Η επίδοση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς σημειώθηκε σε ένα διεθνές περιβάλλον κάθε άλλο παρά εύκολο. Οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων κινήθηκαν έντονα ανοδικά, οι ανησυχίες γύρω από τον πληθωρισμό και τα δημόσια οικονομικά επέστρεψαν στο προσκήνιο, ενώ η μεταβλητότητα στις ενεργειακές αγορές παρέμεινε αυξημένη.
Αυτό είναι και το βασικό σκηνικό που αποτυπώνει η Deutsche Bank στη μηνιαία ανασκόπησή της για τις διεθνείς αγορές, χαρακτηρίζοντας ουσιαστικά τον Αύγουστο ως έναν μήνα κατά τον οποίο τα assets υψηλότερου ρίσκου κατάφεραν να αντέξουν σε πιέσεις που υπό διαφορετικές συνθήκες θα μπορούσαν να είχαν προκαλέσει σημαντικότερη διόρθωση.

Η ανθεκτικότητα των μετοχών
Παρά το αρνητικό υπόβαθρο στην αγορά ομολόγων, οι μετοχές βρήκαν στήριξη στα ισχυρά μακροοικονομικά στοιχεία και στην ανθεκτικότητα των εταιρικών αποτελεσμάτων.
Στις ΗΠΑ, ο S&P 500 κινήθηκε σε νέα ιστορικά υψηλά και ολοκλήρωσε τον Αύγουστο με συνολική απόδοση 2,7%, ενώ στην Ευρώπη ο STOXX 600 ενισχύθηκε κατά 0,5%.
Για ακόμη έναν μήνα, ο τεχνολογικός κλάδος διατήρησε τον πρωταγωνιστικό του ρόλο. Ο δείκτης Information Technology του S&P 500 σημείωσε άνοδο 6,2%, επιβεβαιώνοντας ότι οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες εξακολουθούν να αποτελούν βασικό μοχλό της αμερικανικής αγοράς.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η επίδοση της Αθήνας ήταν ιδιαίτερα ισχυρή, καθώς το +4,1% του Αυγούστου ξεπέρασε αισθητά τόσο την αμερικανική όσο και την ευρωπαϊκή αγορά.
Ο μεγάλος κίνδυνος ήρθε από τα ομόλογα
Η Deutsche Bank εντοπίζει ως σημαντικότερη εξέλιξη του μήνα την απότομη άνοδο των αποδόσεων των μακροπρόθεσμων κρατικών τίτλων.
Στις ΗΠΑ, η απόδοση του 30ετούς Treasury έφτασε στις 17 Αυγούστου στο 5,31%, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2007.
Αντίστοιχη ήταν η εικόνα στην Ευρώπη, όπου η απόδοση του γερμανικού 30ετούς τίτλου διαμορφώθηκε στο τέλος Αυγούστου στο 3,81%, επίπεδο που είχε να καταγραφεί από το 2011.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η κίνηση στην Ιαπωνία, με την απόδοση του 30ετούς ομολόγου να φτάνει το 4,14%, σε ιστορικό υψηλό από τότε που άρχισε να εκδίδεται η συγκεκριμένη διάρκεια το 1999.
Η άνοδος αυτή δεν είχε μία μοναδική αιτία. Από τη μία πλευρά, τα στοιχεία για την παγκόσμια οικονομία αποδείχθηκαν ισχυρότερα από τις εκτιμήσεις, περιορίζοντας τις προσδοκίες ότι οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες θα κινηθούν σύντομα προς επιθετική χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής.
Ο σύνθετος PMI της Ευρωζώνης αυξήθηκε στις 52,1 μονάδες, σε υψηλό εννέα μηνών, ενώ στις ΗΠΑ ο αντίστοιχος δείκτης έφτασε στις 56 μονάδες, επίπεδο που αποτελεί υψηλό τετραετίας.
Από την άλλη πλευρά, οι ανησυχίες για τον πληθωρισμό και τη δημοσιονομική κατάσταση των μεγάλων οικονομιών συνέχισαν να αυξάνουν το risk premium που απαιτούν οι επενδυτές για να τοποθετηθούν σε μακροπρόθεσμους τίτλους.
Η παρέμβαση του αμερικανικού Treasury
Η εικόνα στην αγορά ομολόγων άρχισε να αλλάζει προς το τέλος του Αυγούστου μετά την αιφνιδιαστική ανακοίνωση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών ότι θα αυξήσει σημαντικά το πρόγραμμα επαναγορών μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων.
Στις 19 Αυγούστου, το Treasury ανακοίνωσε ότι το ανώτατο ύψος των επαναγορών ανά συναλλαγή θα αυξηθεί τουλάχιστον στο διπλάσιο, από τα 2 δισ. δολάρια στα 4 δισ. δολάρια.
Η κίνηση αυτή συνέβαλε στην αποκλιμάκωση των αποδόσεων, καθώς δημιούργησε προσδοκίες για αυξημένη ζήτηση στους μακροπρόθεσμους τίτλους.
Ταυτόχρονα, όμως, επανέφερε στο προσκήνιο τη συζήτηση περί πιθανής «χρηματοπιστωτικής καταστολής», δηλαδή πολιτικών που μπορούν να οδηγήσουν σε τεχνητή συγκράτηση του κόστους δανεισμού και των μακροπρόθεσμων επιτοκίων.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο χρυσός αναδείχθηκε σε έναν από τους μεγάλους κερδισμένους του μήνα, σημειώνοντας άνοδο 9,7%, ενώ ο δείκτης του δολαρίου υποχώρησε κατά 0,5%.
Η Fed και το μήνυμα από το Jackson Hole
Σημαντική επίδραση στις προσδοκίες των αγορών είχε και η ομιλία του προέδρου της Fed, Warsh, στο Jackson Hole.
Η ρητορική του αποδείχθηκε περισσότερο «γερακίσια» από ό,τι ανέμενε η αγορά, καθώς υπογράμμισε ότι ο στόχος του 2% για τον πληθωρισμό παραμένει σταθερός και αμετακίνητος.
Η στάση αυτή οδήγησε σε μετατόπιση της καμπύλης αποδόσεων και επανέφερε στο προσκήνιο το ενδεχόμενο νέας αύξησης των αμερικανικών επιτοκίων.
Στο τέλος Αυγούστου, τα futures εξακολουθούσαν να αποτιμούν ως πιθανότερο σενάριο μία αύξηση επιτοκίων τον Σεπτέμβριο, με την πιθανότητα να διαμορφώνεται κοντά στο 65%.
Για τις μετοχές, η συγκεκριμένη παράμετρος παραμένει κρίσιμη, καθώς η περαιτέρω άνοδος των επιτοκίων αυξάνει το προεξοφλητικό επιτόκιο των εταιρικών κερδών και καθιστά τα ομόλογα πιο ανταγωνιστικά έναντι των μετοχών.
Ενέργεια: σταθερό το πετρέλαιο, άλμα στο φυσικό αέριο
Στο μέτωπο της ενέργειας, η εικόνα ήταν μικτή.
Το Brent ολοκλήρωσε τον Αύγουστο με οριακή άνοδο 0,4%, καταγράφοντας τη μικρότερη μηνιαία μεταβολή του μέσα στο 2026.
Η φαινομενική σταθερότητα, ωστόσο, κρύβει σημαντική ενδομηνιαία μεταβλητότητα. Οι προσδοκίες για νέες συνομιλίες ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ιράν οδήγησαν αρχικά το Brent κάτω από τα 80 δολάρια το βαρέλι στις αρχές Αυγούστου.
Καθώς όμως δεν προέκυψε συμφωνία και οι γεωπολιτικές εντάσεις επανήλθαν, οι τιμές ανέκαμψαν, με το Brent να ολοκληρώνει τον μήνα στα 90,49 δολάρια το βαρέλι.
Πολύ πιο έντονη ήταν η κίνηση στο ευρωπαϊκό φυσικό αέριο, με τις τιμές να αυξάνονται κατά 18,2%, φτάνοντας στα 69,81 ευρώ ανά MWh.
Η εξέλιξη αυτή επαναφέρει έναν πρόσθετο κίνδυνο για την ευρωπαϊκή οικονομία, καθώς μια παρατεταμένη άνοδος του ενεργειακού κόστους μπορεί να επιβαρύνει τόσο τον πληθωρισμό όσο και τα περιθώρια κερδοφορίας των ενεργοβόρων επιχειρήσεων.
Το στοίχημα για το Χρηματιστήριο Αθηνών
Για την ελληνική αγορά, το βασικό συμπέρασμα του Αυγούστου είναι ότι το ανοδικό momentum παραμένει ισχυρό, ακόμη και όταν οι διεθνείς συνθήκες δεν λειτουργούν υποστηρικτικά.
Το +4,1% του μήνα και η παραμονή του Χρηματιστηρίου Αθηνών στην κορυφαία πεντάδα των αγορών παγκοσμίως σε αποδόσεις από την αρχή του έτους δείχνουν ότι η ζήτηση για ελληνικά assets παραμένει ενεργή.
Η συνέχεια, ωστόσο, θα εξαρτηθεί σε σημαντικό βαθμό από τρεις παράγοντες: την πορεία των διεθνών αποδόσεων των ομολόγων, τις αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών και την ανθεκτικότητα της εταιρικής κερδοφορίας.
Το γεγονός ότι η Αθήνα κατάφερε να υπεραποδώσει μέσα σε έναν μήνα κατά τον οποίο οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων κινήθηκαν σε πολυετή ή ιστορικά υψηλά αποτελεί θετική ένδειξη.
Παράλληλα, όμως, η άνοδος του κόστους χρήματος και η νέα ενεργειακή αβεβαιότητα υπενθυμίζουν ότι η διεθνής συγκυρία παραμένει εύθραυστη και ότι μετά το ισχυρό ράλι του 2026 η μεταβλητότητα δύσκολα θα εξαφανιστεί από το επενδυτικό τοπίο.

