Έντονο κύμα απαισιοδοξίας καταγράφεται στις τάξεις των επαγγελματιών επενδυτών μετά την κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή, με αφορμή το ξέσπασμα του πολέμου στο Ιράν, σύμφωνα με τη νεότερη έρευνα fund managers της Bank of America. Πρόκειται για τη πιο αρνητική καταγραφή κλίματος από τον Ιούνιο του 2025, γεγονός που αποτυπώνει τη σημαντική επιδείνωση των προσδοκιών για την παγκόσμια οικονομία.
Η έρευνα, στην οποία συμμετείχαν 193 διαχειριστές κεφαλαίων με συνολικά υπό διαχείριση assets ύψους 563 δισ. δολαρίων, αναδεικνύει μια απότομη μεταστροφή στις εκτιμήσεις για την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό. Συγκεκριμένα, οι προσδοκίες για την παγκόσμια ανάπτυξη κατρακύλησαν στο -36%, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη πτώση από τον Μάρτιο του 2022, ενώ οι εκτιμήσεις για τον πληθωρισμό εκτινάχθηκαν στο 69%, στη μεγαλύτερη άνοδο από τον Μάιο του 2021.
Παρά το δυσμενές αυτό περιβάλλον, η εικόνα δεν παραπέμπει σε γενικευμένο φόβο ύφεσης. Η πλειονότητα των επενδυτών (70%) θεωρεί ότι ένα σενάριο ύφεσης είναι απίθανο, ενώ το βασικό σενάριο για την παγκόσμια οικονομία παραμένει αυτό της ομαλής προσγείωσης, το οποίο συγκεντρώνει ποσοστό 52%. Αντίθετα, το σενάριο μηδενικής επιβράδυνσης περιορίζεται στο 32%, ενώ μόλις το 9% προβλέπει μια απότομη προσγείωση.
Την ίδια ώρα, ενισχύονται οι προσδοκίες για χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής, καθώς το 58% των ερωτηθέντων αναμένει μειώσεις επιτοκίων από τη Federal Reserve εντός του 2026, ενώ μόλις το 10% εκτιμά ότι θα υπάρξουν αυξήσεις. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει την αυξανόμενη πεποίθηση ότι οι κεντρικές τράπεζες θα κληθούν να στηρίξουν την οικονομική δραστηριότητα.
Ωστόσο, παρά την αυξημένη αβεβαιότητα και την επιδείνωση των μακροοικονομικών προσδοκιών, οι επαγγελματίες επενδυτές δεν εγκαταλείπουν τις αγορές μετοχών. Τα χαρτοφυλάκια παραμένουν τοποθετημένα «long», χωρίς σημαντική μετατόπιση προς την ασφάλεια των μετρητών, τα οποία διαμορφώνονται στο 4,3% του συνόλου των τοποθετήσεων. Η στάση αυτή υποδηλώνει ότι οι αγορές εξακολουθούν να στηρίζονται στην προσδοκία θετικών εξελίξεων.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι αναλυτές της Bank of America επισημαίνουν ότι η διατήρηση των υψηλών επιπέδων στις αγορές προϋποθέτει συγκεκριμένες συνθήκες, όπως μειώσεις επιτοκίων και καλύτερα των αναμενόμενων εταιρικά αποτελέσματα. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις, η ανοδική δυναμική ενδέχεται να αποδυναμωθεί.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το λεγόμενο contrarian σήμα της έρευνας, το οποίο παραμένει θετικό για τις αγορές υπό προϋποθέσεις. Εφόσον υπάρξει αποκλιμάκωση της έντασης και οι τιμές του πετρελαίου υποχωρήσουν κάτω από τα 84 δολάρια ανά βαρέλι, θα μπορούσε να δημιουργηθεί ευνοϊκό περιβάλλον για περαιτέρω άνοδο. Παρ’ όλα αυτά, οι αναλυτές αποφεύγουν να δώσουν ένα άκριτα θετικό μήνυμα, τονίζοντας ότι δεν πρόκειται για συνθήκες «αγοράς χωρίς δεύτερη σκέψη».
Σε επίπεδο τοποθετήσεων, η εικόνα των μεγάλων χαρτοφυλακίων καταγράφει σημαντικές ανακατατάξεις. Οι επενδυτές μειώνουν την έκθεσή τους στις ιαπωνικές και ευρωπαϊκές μετοχές, με τις τοποθετήσεις να υποχωρούν σε χαμηλά αρκετών μηνών, ενώ παράλληλα περιορίζεται η έκθεση στον τραπεζικό κλάδο σε παγκόσμιο επίπεδο.
Την ίδια στιγμή, καταγράφεται κάλυψη των short θέσεων στο δολάριο, ένδειξη μεταβολής των συναλλαγματικών προσδοκιών, ενώ διατηρείται ισχυρή προτίμηση στις μετοχές των αναδυόμενων αγορών. Παράλληλα, οι διαχειριστές ενισχύουν τις τοποθετήσεις τους στον τεχνολογικό κλάδο, επιβεβαιώνοντας ότι ο τομέας της τεχνολογίας παραμένει βασικός πυλώνας επενδυτικού ενδιαφέροντος, ακόμη και σε περιόδους αυξημένης αβεβαιότητας.
Συνολικά, η εικόνα που προκύπτει είναι αυτή μιας αγοράς που ισορροπεί ανάμεσα στην αυξανόμενη ανησυχία για τη μακροοικονομική πορεία και τη διατήρηση της επενδυτικής έκθεσης, με τις επόμενες κινήσεις να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις γεωπολιτικές εξελίξεις, τη νομισματική πολιτική και την πορεία των εταιρικών αποτελεσμάτων.

