Ένα από τα μεγαλύτερα παράδοξα της ελληνικής αγοράς εργασίας αποτυπώνουν τα νέα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ. Παρά τη βελτίωση της απασχόλησης, χιλιάδες επιχειρήσεις εξακολουθούν να αναζητούν εργαζομένους χωρίς να μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες τους.
Στο δεύτερο τρίμηνο του 2026 καταγράφηκαν 46.368 κενές θέσεις εργασίας, έναντι 38.834 την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Μέσα σε μόλις έναν χρόνο, δηλαδή, οι θέσεις που οι εργοδότες επιδιώκουν να καλύψουν αυξήθηκαν κατά 19,4%.
Το πρόβλημα αποκτά μεγαλύτερη οικονομική σημασία καθώς οι ελλείψεις προσωπικού εμφανίζονται την ίδια περίοδο που αυξάνεται το κόστος εργασίας και επιχειρήσεις σε αρκετούς κλάδους δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να βρουν εργαζομένους με τις κατάλληλες δεξιότητες.
Από 38.834 στις 46.368 θέσεις
Τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν σημαντική αντιστροφή της τάσης.
Στο δεύτερο τρίμηνο του 2025 οι κενές θέσεις είχαν μειωθεί κατά 34,1% σε ετήσια βάση.
Έναν χρόνο αργότερα η εικόνα αντιστράφηκε, με αύξηση 19,4% και τον συνολικό αριθμό να επιστρέφει πάνω από τις 46.000.
Πρόκειται για θέσεις που οι επιχειρήσεις θέλουν να καλύψουν στο άμεσο μέλλον και για τις οποίες έχουν αναζητήσει κατάλληλους υποψηφίους εκτός της επιχείρησης.
Επομένως, δεν πρόκειται απλώς για εκτιμήσεις εργοδοτών σχετικά με μελλοντικές ανάγκες.
Τι θεωρεί η ΕΛΣΤΑΤ «κενή θέση»
Η συγκεκριμένη μέτρηση έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή ο ορισμός είναι αρκετά συγκεκριμένος.
Κενή θεωρείται μία νεοδημιουργηθείσα θέση, μία ήδη κενή θέση ή μία θέση που πρόκειται σύντομα να μείνει κενή, για την οποία ο εργοδότης έχει προχωρήσει σε ενεργές ενέργειες αναζήτησης εργαζομένου.
Παράλληλα, η θέση πρέπει να είναι διαθέσιμη άμεσα ή να προβλέπεται ότι θα καλυφθεί στο εγγύς μέλλον.
Η έρευνα αφορά το σύνολο της οικονομίας με τις εξαιρέσεις που προβλέπει η μεθοδολογία της ΕΛΣΤΑΤ, μεταξύ των οποίων ο πρωτογενής τομέας.
Το παράδοξο της αγοράς εργασίας
Η ύπαρξη δεκάδων χιλιάδων κενών θέσεων δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει ανεργία.
Δείχνει ότι υπάρχει αυξανόμενη αναντιστοιχία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης εργασίας.
Μια επιχείρηση μπορεί να αναζητεί συγκεκριμένη ειδικότητα σε μία περιοχή, ενώ οι διαθέσιμοι εργαζόμενοι να βρίσκονται αλλού ή να μην διαθέτουν τις δεξιότητες που απαιτούνται.
Σε άλλες περιπτώσεις, οι προσφερόμενες αποδοχές ή οι συνθήκες εργασίας μπορεί να μην είναι αρκετά ελκυστικές για να καλυφθεί η θέση.
Γι' αυτό η μείωση της ανεργίας και η ύπαρξη πολλών κενών θέσεων μπορούν να συμβαίνουν ταυτόχρονα.
Τουρισμός, κατασκευές και τεχνικές ειδικότητες
Η πίεση είναι ιδιαίτερα ορατή σε δραστηριότητες που απαιτούν μεγάλο αριθμό εργαζομένων ή εξειδικευμένες τεχνικές γνώσεις.
Ο τουρισμός και η εστίαση αναζητούν προσωπικό κυρίως κατά την περίοδο υψηλής ζήτησης, ενώ οι κατασκευές χρειάζονται τεχνίτες και εξειδικευμένους εργαζομένους.
Ανάλογες ανάγκες υπάρχουν στη μεταποίηση, στις μεταφορές, στην πληροφορική και σε επαγγέλματα υψηλότερης τεχνικής εξειδίκευσης.
Το κοινό πρόβλημα είναι ότι οι επιχειρήσεις δεν χρειάζονται απλώς περισσότερους ανθρώπους. Χρειάζονται εργαζομένους με συγκεκριμένες δεξιότητες, συχνά σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές.
Όταν η έλλειψη προσωπικού γίνεται κόστος
Για μια επιχείρηση, μια θέση που παραμένει κενή για μεγάλο χρονικό διάστημα έχει οικονομικό κόστος.
Μπορεί να σημαίνει χαμηλότερη παραγωγή, περιορισμένη δυνατότητα εξυπηρέτησης πελατών, καθυστέρηση επενδυτικών σχεδίων ή περισσότερες ώρες εργασίας για το υπάρχον προσωπικό.
Σε περιόδους μεγάλης ζήτησης, μια τουριστική επιχείρηση που δεν βρίσκει προσωπικό μπορεί ακόμη και να περιορίσει τη δυναμικότητα με την οποία λειτουργεί.
Αντίστοιχα, μία βιομηχανική ή κατασκευαστική εταιρεία που δεν βρίσκει τεχνίτες μπορεί να αντιμετωπίσει καθυστερήσεις στην παραγωγή ή στην εκτέλεση έργων.
Η πίεση στους μισθούς
Η αυξημένη ζήτηση εργαζομένων έχει και μία δεύτερη συνέπεια.
Όταν πολλές επιχειρήσεις ανταγωνίζονται για περιορισμένο αριθμό διαθέσιμων εργαζομένων, δημιουργείται πίεση για υψηλότερες αποδοχές και καλύτερες παροχές.
Αυτό μπορεί να λειτουργήσει θετικά για τους εργαζομένους, ιδιαίτερα σε ειδικότητες όπου υπάρχει πραγματική έλλειψη προσωπικού.
Για τις επιχειρήσεις όμως σημαίνει ταυτόχρονα αύξηση του λειτουργικού κόστους.
Το φαινόμενο συνδέεται έτσι με τη γενικότερη συζήτηση για την αύξηση του κόστους εργασίας στην ελληνική οικονομία.
Κατάρτιση και δεξιότητες στο επίκεντρο
Η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν μπορεί να περιοριστεί στην απλή αύξηση του αριθμού των διαθέσιμων εργαζομένων.
Κρίσιμο ζήτημα είναι η σύνδεση της κατάρτισης με τις πραγματικές ανάγκες των επιχειρήσεων.
Προγράμματα επαγγελματικής εκπαίδευσης, τεχνικές σχολές, επανακατάρτιση εργαζομένων και ανάπτυξη ψηφιακών δεξιοτήτων μπορούν να περιορίσουν την απόσταση μεταξύ των ειδικοτήτων που ζητά η αγορά και εκείνων που υπάρχουν διαθέσιμες.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό καθώς οι επενδύσεις σε ενέργεια, ψηφιοποίηση, κατασκευές και νέες τεχνολογίες δημιουργούν νέες ανάγκες σε ανθρώπινο δυναμικό.
Οι 46.368 θέσεις είναι και οικονομική ευκαιρία
Η αύξηση των κενών θέσεων έχει επομένως δύο αναγνώσεις.
Από τη μία πλευρά αποτελεί πρόβλημα για τις επιχειρήσεις, οι οποίες δυσκολεύονται να βρουν το προσωπικό που χρειάζονται.
Από την άλλη, δείχνει ότι στην οικονομία υπάρχει πραγματική ζήτηση για νέες προσλήψεις.
Το στοίχημα είναι να συναντηθούν οι δύο πλευρές: οι επιχειρήσεις που αναζητούν προσωπικό και οι εργαζόμενοι που αναζητούν καλύτερες θέσεις.
Γιατί οι 46.368 κενές θέσεις εργασίας δεν είναι απλώς ένας ακόμη δείκτης της ΕΛΣΤΑΤ. Είναι ταυτόχρονα χαμένη παραγωγική δυνατότητα για τις επιχειρήσεις και δεκάδες χιλιάδες δυνητικές ευκαιρίες απασχόλησης.

