Ισχυρή δυναμική καταγράφει η αγορά δανείων στην Ελλάδα το πρώτο τρίμηνο του 2026, με τη λιανική τραπεζική να εισέρχεται σε φάση επιταχυνόμενης ανάπτυξης. Οι νέες εκταμιεύσεις ξεπέρασαν τα 117.000 δάνεια, συνολικού ύψους 1,6 δισ. ευρώ, σημειώνοντας ετήσια αύξηση 26%, αποτυπώνοντας τη βελτίωση του κλίματος και την αυξημένη ζήτηση για χρηματοδότηση από νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Καθοριστικό ρόλο στην ενίσχυση της πιστωτικής επέκτασης διαδραματίζει η στεγαστική πίστη, η οποία εμφανίζει εντυπωσιακή ανάκαμψη μετά από μακρά περίοδο ύφεσης. Σύμφωνα με στοιχεία της Ελληνική Ένωση Τραπεζών, τα νέα στεγαστικά δάνεια κατέγραψαν εκρηκτική άνοδο 77%, συνεχίζοντας την ανοδική πορεία που είχε ήδη διαμορφωθεί το 2025 με αύξηση 46%. Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί τη σαφή επιστροφή της αγοράς σε τροχιά ανάπτυξης, μετά από περισσότερο από μία δεκαετία απομόχλευσης.
Η δυναμική αυτή ενισχύεται από το ευνοϊκό περιβάλλον επιτοκίων. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το μέσο επιτόκιο στεγαστικών δανείων σταθερής διάρκειας έως πέντε ετών υποχώρησε τον Φεβρουάριο του 2026 στο 2,95%, το χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων εννέα ετών στη χώρα. Το επίπεδο αυτό καθιστά την Ελλάδα μία από τις πιο ανταγωνιστικές αγορές στην ευρωζώνη, ενισχύοντας περαιτέρω τη ζήτηση για νέα δάνεια, ιδιαίτερα στα προϊόντα σταθερού επιτοκίου που αποτελούν πλέον την κυρίαρχη επιλογή των δανειοληπτών.
Σε επίπεδο εκταμιεύσεων, χορηγήθηκαν 13.756 στεγαστικά δάνεια συνολικού ύψους 672,8 εκατ. ευρώ, με το μεγαλύτερο μέρος να αφορά καθαρά τραπεζική χρηματοδότηση. Συγκεκριμένα, περίπου 438 εκατ. ευρώ κατευθύνθηκαν σε 4.860 νοικοκυριά χωρίς τη συμμετοχή επιδοτούμενων προγραμμάτων, γεγονός που καταδεικνύει την αυτόνομη ενίσχυση της ζήτησης. Παράλληλα, σημαντική ήταν και η συμβολή των κρατικών πρωτοβουλιών, καθώς μέσω του προγράμματος ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ ΙΙ εκταμιεύθηκαν 1.791 δάνεια ύψους 191 εκατ. ευρώ, ενώ επιπλέον χιλιάδες δάνεια διοχετεύθηκαν μέσω άλλων επιδοτούμενων σχημάτων.
Στον επιχειρηματικό τομέα, η εικόνα παραμένει σταθερή, με ήπιες διακυμάνσεις. Οι χρηματοδοτήσεις προς μικρές επιχειρήσεις παρουσίασαν οριακή μείωση 0,6%, μετά τη σημαντική άνοδο που είχαν καταγράψει το 2025. Ωστόσο, η ζήτηση παραμένει ισχυρή, καθώς σχεδόν 8 στις 10 επιχειρήσεις που αιτήθηκαν χρηματοδότηση έλαβαν τελικά δάνειο. Συνολικά, εκταμιεύθηκαν 9.132 δάνεια ύψους 546 εκατ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας ότι η πρόσβαση στη ρευστότητα παραμένει σχετικά ευνοϊκή για τις μικρές επιχειρήσεις.
Ανοδική τροχιά καταγράφεται και στην καταναλωτική πίστη, η οποία ενισχύεται τόσο από την αύξηση της κατανάλωσης όσο και από τη διεύρυνση των ψηφιακών καναλιών. Συνολικά 94.169 δανειολήπτες έλαβαν καταναλωτικά δάνεια ύψους 385 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 12%, με σημαντικό μέρος να αφορά χρηματοδοτήσεις για αγορά οχημάτων. Ενδεικτικά, περισσότερα από 102 εκατ. ευρώ διοχετεύθηκαν στην αγορά αυτοκινήτων και μοτοσικλετών, υποδηλώνοντας την ενίσχυση της ζήτησης για διαρκή αγαθά.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αλλαγή στον τρόπο διάθεσης των δανείων. Τα ψηφιακά κανάλια κερδίζουν συνεχώς έδαφος, με σχεδόν διπλάσιο αριθμό δανειοληπτών να επιλέγει το e-banking σε σχέση με τα φυσικά καταστήματα. Παράλληλα, τα τραπεζικά δίκτυα μετασχηματίζονται, εγκαταλείποντας τον παραδοσιακό ρόλο των απλών συναλλαγών και εστιάζοντας πλέον σε υπηρεσίες συμβουλευτικής και εξατομικευμένης εξυπηρέτησης.
Η συνολική εικόνα της αγοράς αποτυπώνει μια σαφή μετάβαση σε ένα νέο μοντέλο τραπεζικής. Ο συνδυασμός χαμηλών επιτοκίων, ψηφιακού μετασχηματισμού και στοχευμένων προϊόντων χρηματοδότησης δημιουργεί τις προϋποθέσεις για διατηρήσιμη πιστωτική επέκταση, επαναφέροντας τη λιανική τραπεζική σε ρόλο βασικού μοχλού ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

