Η καθημερινότητα για χιλιάδες ελληνικά νοικοκυριά μετατρέπεται σταδιακά σε μια διαρκή άσκηση οικονομικής αντοχής. Οι αυξήσεις στις τιμές βασικών αγαθών, το υψηλό κόστος στέγασης, η ενέργεια και οι υπηρεσίες έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου ακόμη και η πλήρης απασχόληση δεν αρκεί πλέον για να καλυφθούν οι ανάγκες ενός ολόκληρου μήνα.
Το γεγονός ότι ένας μισθός εξαντλείται πριν ολοκληρωθεί ο μήνας αποτυπώνει με τον πιο καθαρό τρόπο την πίεση που δέχονται εργαζόμενοι και συνταξιούχοι. Η οικονομική ασφυξία οδηγεί ολοένα περισσότερους στην αναζήτηση δεύτερης δουλειάς ή στην επιστροφή στην αγορά εργασίας μετά τη συνταξιοδότηση.
Σύμφωνα με έρευνες για την οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών, το διαθέσιμο εισόδημα επαρκεί συχνά μόνο για τις πρώτες εβδομάδες του μήνα, ενώ σχεδόν ένας στους δύο εργαζομένους δηλώνει ότι είτε αEFKAναζητεί είτε έχει ήδη βρει συμπληρωματική απασχόληση ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στις αυξημένες ανάγκες διαβίωσης.
Την ίδια στιγμή, παρόμοια εικόνα καταγράφεται και στους συνταξιούχους, πολλοί από τους οποίους επιστρέφουν στην εργασία προκειμένου να ενισχύσουν το εισόδημά τους.
Ραγδαία αύξηση στους εργαζόμενους συνταξιούχους
Τα στοιχεία δείχνουν ότι ο αριθμός των εργαζόμενων συνταξιούχων αυξήθηκε εντυπωσιακά μέσα σε δύο χρόνια, φτάνοντας πλέον περίπου τις 300.000 από περίπου 250.000 που καταγράφονταν νωρίτερα.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με το χαμηλό ύψος των συντάξεων, καθώς η μέση κύρια σύνταξη του ΕΦΚΑ διαμορφώνεται περίπου στα 865 ευρώ μηνιαίως — επίπεδο που για πολλούς δεν επαρκεί ώστε να καλυφθούν βασικά έξοδα διαβίωσης.
Καθοριστικό ρόλο στην αύξηση των εργαζόμενων συνταξιούχων έπαιξε και η αλλαγή του θεσμικού πλαισίου από την 1η Ιανουαρίου 2024. Η προηγούμενη οριζόντια περικοπή 30% στη σύνταξη αντικαταστάθηκε από παρακράτηση 10% επί του εισοδήματος από εργασία, γεγονός που έκανε πιο ελκυστική την επιστροφή στην απασχόληση.
Από τη στιγμή που ενεργοποιήθηκε η νέα πλατφόρμα του ΕΦΚΑ για τη δήλωση απασχόλησης συνταξιούχων, ο αριθμός όσων εγγράφηκαν αυξήθηκε κατακόρυφα.
Επιπλέον ένσημα και προσαυξήσεις
Η εργασία μετά τη συνταξιοδότηση δεν προσφέρει μόνο συμπληρωματικό εισόδημα, αλλά και προσαύξηση σύνταξης μέσω των πρόσθετων ενσήμων.
Ο ΕΦΚΑ έχει ήδη εκδώσει εκατοντάδες αποφάσεις επανυπολογισμού συντάξεων για εργαζόμενους συνταξιούχους που απασχολήθηκαν για δύο ή τρία χρόνια μετά τη συνταξιοδότησή τους και στη συνέχεια διέκοψαν την εργασία τους.
Για κάθε έτος απασχόλησης προβλέπεται προσαύξηση περίπου 0,77% επί των αποδοχών εργασίας, κάτι που λειτουργεί ως επιπλέον κίνητρο για αρκετούς συνταξιούχους.
Άνοδος του κινδύνου φτώχειας
Την ίδια ώρα, τα στοιχεία για τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό αποτυπώνουν τη συνεχιζόμενη πίεση στην ελληνική κοινωνία.
Ο δείκτης κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού αυξήθηκε το 2025 και πλέον επηρεάζει περίπου το 27,5% του πληθυσμού, δηλαδή σχεδόν 2,8 εκατομμύρια ανθρώπους.
Η αύξηση αποδίδεται κυρίως στην ενίσχυση της υλικής και κοινωνικής στέρησης, καθώς όλο και περισσότερα νοικοκυριά δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες ή να διατηρήσουν σταθερό επίπεδο διαβίωσης.
Τα οικονομικά όρια της φτώχειας για το 2025 διαμορφώνονται περίπου στα 7.020 ευρώ ετησίως για μονοπρόσωπο νοικοκυριό και στα 14.742 ευρώ για οικογένεια με δύο ενήλικες και δύο παιδιά κάτω των 14 ετών.
Το μέσο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών υπολογίζεται κοντά στις 21.724 ευρώ ετησίως, ενώ το μέσο ατομικό εισόδημα διαμορφώθηκε περίπου στις 13.381 ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.
Παρά την άνοδο αυτή, η αγοραστική δύναμη παραμένει περιορισμένη εξαιτίας της επίμονης ακρίβειας σε τρόφιμα, υπηρεσίες, ενοίκια και ενέργεια.
Η εικόνα των μισθών στην Ευρώπη
Η εργασία εξακολουθεί να αποτελεί τη βασική πηγή εισοδήματος για τα ελληνικά νοικοκυριά, καλύπτοντας περίπου το 71,7% των συνολικών αποδοχών, ενώ οι συντάξεις ακολουθούν με ποσοστό περίπου 23%.
Ωστόσο, η θέση της Ελλάδας σε επίπεδο κατώτατου μισθού παραμένει χαμηλή συγκριτικά με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα κατατάσσεται στη 14η θέση μεταξύ των 22 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διαθέτουν θεσμοθετημένο κατώτατο μισθό, τόσο σε απόλυτα ποσά όσο και σε μονάδες αγοραστικής δύναμης.
Η χώρα ανήκει στη μεσαία κατηγορία των κρατών όπου ο κατώτατος μισθός κυμαίνεται μεταξύ 1.000 και 1.500 ευρώ μηνιαίως ή αντίστοιχων μονάδων αγοραστικής δύναμης.
Παρά τις αυξήσεις που έχουν δοθεί τα τελευταία χρόνια, η πραγματικότητα για πολλά νοικοκυριά παραμένει δύσκολη, καθώς η άνοδος του κόστους ζωής απορροφά μεγάλο μέρος των εισοδηματικών βελτιώσεων και εντείνει την ανάγκη για επιπλέον εργασία ή δεύτερη πηγή εισοδήματος.

